ΕΚΒΥ & ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΔΑΤΩΝ

Το ΕΚΒΥ εισήγαγε νέες στον ελληνικό χώρο προσεγγίσεις για την αξιολόγηση και αποκατάσταση λειτουργιών των οικοσυστημάτων και για την ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών, εδαφικών και γενετικών πόρων σε επίπεδο λεκάνης απορροής.

Ακολουθούν ενημερωτικά κείμενα σχετικά με τα ακόλουθα θέματα:

Υγρότοποι και διαχείριση των υδατικών και εδαφικών πόρων σε επίπεδο λεκάνης απορροής

SHYLOC - Σύστημα για την Υδρολογία με Χρήση Δορυφορικών Εικόνων για τη Ρύθμιση Υδρολογικών Ομοιωμάτων

Σύστημα υποστήριξης αποφάσεων για τη διαχείριση των υδάτων λεκανών απορροής

Συμβολή στην Εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους

Συμβολή στην εκπόνηση της στρατηγικής για τους γεωργικούς πόρους

Ο νέος Νόμος 3199/03 για προστασία και διαχείριση των υδάτων και η Οδηγία για τους υδατικούς πόρους 2000/60/ΕΚ

  

Υγρότοποι και Διαχείριση των Υδατικών και Εδαφικών Πόρων σε Επίπεδο Λεκάνης Απορροής

Τα υγροτοπικά οικοσυστήματα στηρίζουν διάφορες παραγωγικές ανθρώπινες δραστηριότητες,  ενώ παράλληλα είναι ενδιάμεσοι ή τελικοί αποδέκτες, τόσο της επιφανειακής όσο και της υπόγειας απορροής της υδρολογικής τους λεκάνης. Άρα ο βαθμός στον οποίο επιτελούνται οι λειτουργίες τους, δεν επηρεάζεται μόνο από τις ανθρώπινες δραστηριότητες που αναπτύσσονται μέσα στα όριά τους, αλλά και από αυτές που αναπτύσσονται στα ανάντη τους. Για παράδειγμα, μεταβολές στις χρήσεις γης ή μεγάλα υδραυλικά έργα, όπως εκτροπές ποταμών και φράγματα, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσουν τις λειτουργίες των κατάντη υγροτοπικών οικοσυστημάτων.

Ταυτόχρονα, όμως, ο βαθμός στον οποίο επιτελούνται οι λειτουργίες ενός υγροτόπου, επηρεάζει την ποιότητα των υδατικών και εδαφικών πόρων στα κατάντη του. Εμφάνιση πλημμυρικών φαινομένων, ευτροφισμός και ρύπανση των ακτών, υποβάθμιση γεωργικών γαιών λόγω χαμηλής ποιότητας αρδευτικού νερού είναι μερικά μόνο παραδείγματα των δυσμενών συνεπειών που απορρέουν από την υποβάθμιση ή την απώλεια λειτουργιών των υγροτοπικών συστημάτων.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ των υδατικών και εδαφικών πόρων μιας λεκάνης απορροής από τη μια πλευρά και των υγροτοπικών οικοσυστημάτων της από την άλλη, επιβάλλει, η αποκατάσταση των λειτουργιών των υγροτόπων να αποτελεί μια από τις βάσεις για την αειφορική διαχείριση των υδατικών και εδαφικών πόρων κάθε λεκάνης απορροής. Η αντίληψη αυτή έχει ήδη υιοθετηθεί από μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας και διέπει το πνεύμα της πρόσφατης Κοινοτικής Οδηγίας 2000/60/ΕΚ "για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων". Σύμφωνα με την Οδηγία, η διαχείριση των υδατικών και εδαφικών πόρων σε κάθε λεκάνη απορροής θα πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή κάθε περαιτέρω υποβάθμισης, στην προστασία και στη βελτίωση της κατάστασης των υδάτινων οικοσυστημάτων καθώς και των άμεσα εξαρτώμενων από αυτά χερσαίων οικοσυστημάτων.

Η ποσοτικοποίηση της αλληλεπίδρασης των υδατικών και εδαφικών πόρων μιας λεκάνης απορροής με το γειτνιάζον υγροτοπικό σύστημα αποτελεί ένα από τα πρώτα βήματα σε κάθε προσπάθεια αειφορικής διαχείρισής τους. Ουσιαστική βοήθεια σ' αυτό μπορούν σήμερα να προσφέρουν σύγχρονα επιστημονικά εργαλεία. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν ολοκληρωμένα τη διαχείριση των υδατικών, εδαφικών και υγροτοπικών πόρων, αξιοποιώντας τεχνογνωσία από όλους τους σχετικούς κλάδους (Υδρολογία, Γεωλογία, Εδαφολογία, Οικολογία, Αγροκομία, Δασοκομία, Οικονομικές επιστήμες). Πρέπει, δηλαδή, να μπορούν να περιγράφουν την κατάσταση του εδάφους, τις διάφορες φάσεις του υδρολογικού κύκλου, την ποιότητα του νερού, την ποσότητα του νερού, αλλά και τα βιολογικά γνωρίσματα αυτού, και τελικώς να δίνουν πληροφορίες κατάλληλα επεξεργασμένες, σε επίπεδο υδρολογικό, οικολογικό, οικονομικό και διοικητικό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Το ΕΚΒΥ συμβάλλει στην αειφορική διαχείριση των υδατικών, εδαφικών και υγροτοπικών πόρων, έχοντας υιοθετήσει ως βάση την ανόρθωση και αποκατάσταση των λειτουργιών των υγροτόπων. Παράλληλα, συνεισφέρει στην ανάπτυξη και εφαρμογή σύγχρονων επιστημονικών εργαλείων με την ανάληψη σχετικών ερευνητικών έργων. Τα έργα που περιγράφονται στη συνέχεια αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσπάθειας του ΕΚΒΥ.

 

Περιβαλλοντική Αποκατάσταση Δέλτα Αξιού και Θερμαϊκού Κόλπου

Το Δέλτα του Αξιού αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες υγροτοπικές περιοχές της Ελλάδας με διεθνή σημασία σύμφωνα με τη Σύμβαση Ραμσάρ.

Σκοπός του έργου "Περιβαλλοντική αποκατάσταση Δέλτα Αξιού και Θερμαϊκού Κόλπου με την ορθή διαχείριση των εδαφοϋδατικών πόρων και ανακαίνιση και εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων" ήταν η εύρεση τρόπων, μέσω των οποίων θα μπορούσε να προωθηθεί η ορθολογική διαχείριση των υδάτων και των εδαφών των αγροοικοσυστημάτων που αρδεύονται από τον Αξιό, ώστε να μετριασθούν οι συνέπειες στα φυσικά οικοσυστήματα του ομώνυμου δέλτα και του Θερμαϊκού Κόλπου.

Τρόπος εργασίας

Η εργασία εκπονήθηκε με την ακόλουθη διαδικασία:

  • Αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης στο Δέλτα του Αξιού.
     
    Κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, μειώνεται ή και μηδενίζεται η ροή του Αξιού προς το δέλτα, λόγω της παροχέτευσης όλων σχεδόν των υδάτων του προς τα αρδευτικά δίκτυα τα οποία εξυπηρετεί ο ποταμός. Αποτέλεσμα αυτού είναι να διεισδύει θαλάσσιο νερό στην κοίτη του αρκετά χιλιόμετρα ανάντη της εκβολής του στον Θερμαϊκό κόλπο. Η διείσδυση αυτή οφείλεται στο παλιρροϊκό φαινόμενο. Λόγω δε της αυξημένης εξάτμισης κατά την περίοδο αυτή, η αλατότητα των υδάτων στο δέλτα είναι μεγαλύτερη του θαλασσινού νερού, με αποτέλεσμα τη διατάραξη των φυσικών λειτουργιών του.

  • Συγκέντρωση και επεξεργασία των δεδομένων που αφορούσαν το υφιστάμενο καθεστώς διαχείρισης των υδάτων και εδαφών των αγροοικοσυστημάτων ανάντη του δέλτα.
     
    Εξετάσθηκαν οι εφαρμοζόμενες πρακτικές άρδευσης καθώς και ο τρόπος λειτουργίας των αρδευτικών και στραγγιστικών δικτύων στην περιοχή. Βρέθηκε ότι η παροχή του Αξιού στο μέλλον θα βρίσκεται πολύ κάτω της αναγκαίας παροχής για την υδροδότηση των αρδευτικών δικτύων κατά τους μήνες αιχμής (Ιούλιος-Αύγουστος). Επομένως η εξασφάλιση μιας ελάχιστης συνεχούς παροχής στην κοίτη του Αξιού θα έπρεπε να αναζητηθεί στη βελτίωση της αποδοτικότητας των αρδευτικών δικτύων τα οποία τροφοδοτούνται από αυτόν.

  • Διερεύνηση της αρδευτικής αποδοτικότητας των δικτύων του Αξιού καθώς και των παραγόντων που την επηρεάζουν.
     
    Η διερεύνηση αυτή στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε προηγούμενη εργασία του ΕΚΒΥ1.   Συγκεκριμένα εξετάσθηκε ο βαθμός στον οποίο επηρεάζουν την αρδευτική αποδοτικότητα οι ακόλουθοι παράγοντες: οι απώλειες από εξάτμιση και από διαρροές, οι απώλειες μέσω των τεχνικών έργων ασφαλείας των δικτύων, το μέγεθος της παροχής εισόδου στα δίκτυα, το σύστημα λειτουργίας των δικτύων, οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι άρδευσης, η αρδευτική επιδεξιότητα των γεωργών και ο τρόπος χρέωσης του αρδευτικού νερού.

 

Αποτελέσματα

Η έρευνα έδειξε ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα που έχουν προκληθεί στο δέλτα του Αξιού είναι δυνατό να μετριασθούν με την εκτέλεση μιας σειράς έργων σε συνδυασμό με τη λήψη ορισμένων μέτρων. Συγκεκριμένα προτείνονται:

  • Ανακαίνιση και εκσυγχρονισμός των δικτύων. Τα αρδευτικά δίκτυα Αξιού παρουσιάζουν μεγάλες φθορές τόσο στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής του νερού όσο και στα όργανα ελέγχου ροής.

  • Εφαρμογή προγράμματος διαχείρισης των δικτύων. Από τη συσχέτιση των βαθμών της αρδευτικής αποδοτικότητας των δικτύων με τις διατεθείσες στα δίκτυα παροχές εισόδου προέκυψε ότι αυξημένες παροχές εισόδου οδηγούν σε σπατάλη νερού και σε μείωση της αρδευτικής αποδοτικότητας. Με τον έλεγχο της υδροδότησης (σε περίοδο επάρκειας νερού) είναι δυνατή η εξοικονόμηση ποσότητας νερού για τη διατήρηση της ροής του ποταμού προς το δέλτα.

  • Κατάρτιση γεωργών-εφαρμογή νέων τεχνολογιών. Αξιόλογη βελτίωση μπορεί να επέλθει από τη συνεχή κατάρτιση των γεωργών στην τεχνική των αρδεύσεων και από την εισαγωγή νέων τεχνολογιών (π.χ. χρήση συστημάτων Laser στις ισοπεδώσεις, εφαρμογή διακοπτόμενης άρδευσης).

  • Εφαρμογή αγροπεριβαλλοντικών προγραμμάτων. Σχεδιασμός και εφαρμογή αγροπεριβαλλοντικού προγράμματος στα πλαίσια του τότε ισχύοντος Κανονισμού 2078/92 (σήμερα έχει ενσωματωθεί στον Κανονισμό 1257/99) για τον περιορισμό της χρήσης αρδευτικού νερού και λιπασμάτων.

  • Επεξεργασία στραγγιστικών υδάτων-ανακύκλωση. Το μεγαλύτερο ποσοστό των στραγγιστικών υδάτων (με υψηλές συγκεντρώσεις ενώσεων αζώτου και φωσφόρου) καταλήγει στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης. Η ποιότητα των υδάτων αυτών θα μπορούσε να βελτιωθεί αρκετά με τη βοήθεια φυσικών συστημάτων καθαρισμού (τεχνητοί υγρότοποι) τα οποία είναι δυνατό να εγκατασταθούν στα χαμηλότερα σημεία των δικτύων.

Οφέλη

Τα οφέλη που θα προκύψουν από την εφαρμογή των προτεινόμενων έργων και μέτρων θα είναι μεγάλα, διότι α) θα εξασφαλισθεί μια ελάχιστη παροχή στο Δέλτα του Αξιού κατά τη θερινή περίοδο, γεγονός που θα συμβάλει στον μετριασμό των επιπτώσεων από την είσοδο θαλασσινού νερού κατά την αρδευτική περίοδο, β) θα υπάρξει ορθολογική χρήση του αρδευτικού νερού στα δίκτυα του Αξιού και γ) θα επέλθει μείωση των ρυπαντικών φορτίων που δέχεται ο Θερμαϊκός, μέσω της προτεινόμενης επεξεργασίας των στραγγιστικών υδάτων.

Ταυτότητα

Το έργο αφορούσε την προετοιμασία φακέλου για ένταξη, στο Γ ΚΠΣ, έργου για την εξοικονόμηση και την ορθολογική διαχείριση των υδατικών πόρων μέσα από τον περιβαλλοντικά συμβατό εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων της πεδιάδος Θεσσαλονίκης (Αξιού).

Το ΕΚΒΥ, σε συνεργασία με υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με  το Ινστιτούτο Εγγείων Βελτιώσεων, το Τμήμα Γεωπονίας ΑΠΘ και τον Γενικό Οργανισμό Εγγείων Βελτιώσεων Πεδιάδας Θεσσαλονίκης, συνέβαλε στη σύνταξη μελέτης με τίτλο "Περιβαλλοντική αποκατάσταση Δέλτα Αξιού και Θερμαϊκού Κόλπου με την ορθή διαχείριση των εδαφοϋδατικών πόρων και ανακαίνιση και εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων".



1 Δημητριάδης Ξ. 1995. Μέθοδος βελτίωσης της αρδευτικής αποδοτικότητας στα αρδευτικά δίκτυα Αξιού και η σημασία της για τις φυσικές υγροτοπικές περιοχές του Δέλτα. Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων (ΕΚΒΥ). Θέρμη, 206 σελ.

SHYLOC - Σύστημα για την Υδρολογία με Χρήση Δορυφορικών Εικόνων για τη Ρύθμιση Υδρολογικών Ομοιωμάτων

Σκοπός του έργου ήταν: α) η ανάπτυξη και ο έλεγχος ενός λογισμικού πακέτου (SHYLOC) το οποίο θα δίνει στους χρήστες του τη δυνατότητα να υπολογίζουν το εμβαδόν της υδάτινης επιφάνειας σε τμήματα ποταμών και διωρύγων μεταφοράς νερού, με τη χρήση δορυφορικών εικόνων και β) να συμβάλλει στη διαχείριση, διατήρηση και αποκατάσταση των υγροτόπων με τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου υδρολογικού συστήματος προσομοίωσης, του MIKE SHE-MIKE 11.

Ο ρόλος του ΕΚΒΥ στο συγκεκριμένο έργο ήταν η αξιολόγηση των ανωτέρω εργαλείων μέσω της δοκιμαστικής εφαρμογής τους σε δύο υδρολογικές λεκάνες. Στην υδρολογική λεκάνη της τέως λίμνης Κάρλας εφαρμόσθηκε τόσο το MIKE SHE-MIKE 11 όσο και το SHYLOC, ενώ στη λεκάνη της τέως Λίμνης Μαυρούδας εφαρμόσθηκε μόνο το SHYLOC.

 

Τρόπος εργασίας

1. Εφαρμογή του συστήματος προσομοίωσης MIKE SHE-MIKE 11 στη λεκάνη της Κάρλας

Τα συστήματα MIKE SHE και MIKE 11 αποτελούν δύο ανεξάρτητα συστήματα υδρολογικής προσομοίωσης. Το πρώτο είναι ένα πλήρως κατανεμημένο1, φυσικής βάσης προσδιοριστικό2 σύστημα το οποίο είναι σε θέση να προσομοιώνει τις διάφορες φάσεις του υδρολογικού κύκλου. Οι φάσεις αυτές είναι η εξατμισοδιαπνοή, η κίνηση του νερού στην επιφάνεια του εδάφους, η κίνηση του νερού στην ακόρεστη ζώνη και η κίνηση του νερού στην κορεσμένη ζώνη του εδάφους. Το δεύτερο σύστημα, MIKE 11, αποτελεί ένα φυσικής βάσης, σύστημα προσομοίωσης, το οποίο αναπαριστά την κίνηση του νερού μέσα σε ανοιχτούς αγωγούς (ποταμούς, διώρυγες, τάφρους). Στα πλαίσια του έργου αυτού το Danish Hydraulics Institute (DHI) το οποίο είναι ο δημιουργός των ανωτέρω συστημάτων, είχε αναλάβει τη συγχώνευσή τους σε ένα αυτοτελές ολοκληρωμένο σύστημα προσομοίωσης το MIKE SHE- MIKE 11.

Η εφαρμογή και αξιολόγηση του συστήματος αυτού περιελάμβανε τα ακόλουθα στάδια:

  • Συγκέντρωση και επεξεργασία δεδομένων.

    Κατά το στάδιο αυτό συγκεντρώθηκαν όλα τα απαραίτητα δεδομένα που αφορούσαν κλιματικές, εδαφικές, υδρολογικές και γεωλογικές παραμέτρους, καθώς επίσης τις χρήσεις γης στη λεκάνη απορροής της Κάρλας. Τα δεδομένα ψηφιοποιήθηκαν και κατανεμήθηκαν χωρικά με τη χρήση των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (ΓΣΠ).

  • Κατασκευή του ψηφιακού ομοιώματος του ανάγλυφου της υδρολογικής λεκάνης της Κάρλας.

    Ψηφιοποιήθηκαν οι ισοϋψείς, τα υψομετρικά σημεία και το υδρογραφικό δίκτυο της λεκάνης, από χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ). Η κατασκευή του ψηφιακού ομοιώματος του ανάγλυφου της λεκάνης προέκυψε από την επεξεργασία των ανωτέρω δεδομένων με τη χρήση των ΓΣΠ.

  • Σχεδιασμός και εγκατάσταση δικτύου παρακολούθησης της στάθμης του νερού στις στραγγιστικές τάφρους.

    Το δίκτυο αυτό περιελάμβανε την παρακολούθηση της στάθμης του νερού, σε μηνιαία βάση, σε 33 σημεία καθ' όλη τη διάρκεια του ερευνητικού έργου.

  • Προσαρμογή του συστήματος MIKE SHE - MIKE 11 στη λεκάνη.

    Η προσαρμογή του συστήματος στη λεκάνη έγινε μέσω της τροφοδότησής του με όλα τα απαραίτητα δεδομένα (χωρικώς κατανεμημένα) καθώς επίσης και με την επιλογή της κατάλληλης διακριτοποίησης της λεκάνης (δηλαδή του επιπέδου ακρίβειας), ώστε η χωρική απεικόνιση των υδραυλικών στοιχείων (στραγγιστικό δίκτυο, ταμιευτήρες, υδραυλικές κατασκευές) να είναι κατά το δυνατόν πλησιέστερη στην πραγματικότητα.

  • Ρύθμιση του συστήματος.  

Στο στάδιο αυτό κατεβλήθη προσπάθεια να ρυθμισθούν οι παράμετροι του συστήματος κατά τρόπο ώστε αυτό να είναι σε θέση να αναπαριστά με ακρίβεια τις φάσεις του υδρολογικού κύκλου στη λεκάνη. Η ρύθμιση αυτή έγινε ως προς τη διακύμανση της υπόγειας στάθμης, τα βάθη νερού στις στραγγιστικές τάφρους και ως προς το μέγεθος της επιφανειακής απορροής της λεκάνης προς τον Παγασητικό Κόλπο.
 

2. Εφαρμογή του SHYLOC στις λεκάνες απορροής των τέως Λιμνών Κάρλας και Μαυρούδας

Το σύστημα SHYLOC αποτελεί ένα καινοτόμο λογισμικό πακέτο το οποίο λαμβάνοντας ως δεδομένα: α) εικόνες από δορυφόρους (π.χ. Landsat TM και SPOT) και β) ψηφιοποιημένα τμήματα ποταμών ή διωρύγων μεταφοράς νερού, υπολογίζει το εμβαδόν που καταλαμβάνει η επιφάνεια του νερού σε ένα συγκεκριμένο τμήμα αυτών.

Η μέθοδος η οποία ακολουθήθηκε για την αξιολόγησή του, περιελάμβανε τη σύγκριση των μετρούμενων και υπολογιζόμενων υδάτινων επιφανειών στις τάφρους των στραγγιστικών δικτύων των λεκανών απορροής των τέως λιμνών Κάρλας και Μαυρούδας. Σχεδιάσθηκε ένα δίκτυο παρακολούθησης της στάθμης του νερού στις στραγγιστικές τάφρους των δύο λεκανών απορροής. Η συχνότητα παρακολούθησης της στάθμης του νερού ήταν μηνιαία ενώ πρόσθετες μετρήσεις γίνονταν κατά τις ημέρες φωτογράφησης των περιοχών από τον δορυφόρο. Το εμβαδόν της υδάτινης επιφάνειας στα σημεία μέτρησης του βάθους νερού, υπολογιζόταν κάθε φορά, με βάση τη διατομή της τάφρου στα συγκεκριμένα σημεία.  

Αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα της εφαρμογής των ανωτέρω συστημάτων (MIKE SHE-MIKE 11 και SHYLOC) ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικά, ιδίως στη λεκάνη της τέως Λίμνης Κάρλας όπου τα δύο συστήματα εφαρμόσθηκαν ταυτόχρονα. Η δυσκολία ρύθμισης του υδρολογικού συστήματος MIKE SHE-MIKE 11 (λόγω του όγκου δεδομένων τα οποία απαιτούνται) θα μπορούσε να αναφερθεί ως μειονέκτημα στη χρήση του, μετριάσθηκε όμως σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση του SHYLOC αναδεικνύοντας τη χρησιμότητά του.

Τα συστήματα αυτά είναι δυνατόν πλέον να χρησιμοποιηθούν για την επίλυση πρακτικών προβλημάτων που σχετίζονται με τη διαχείριση υδατικών, εδαφικών και υγροτοπικών πόρων.

Οφέλη

Το όφελος που μπορεί να προκύψει, όσον αφορά τη διαχείριση των υδατικών, εδαφικών και υγροτοπικών πόρων μιας λεκάνης απορροής, από τη χρήση ενός τέτοιου εργαλείου, εντοπίζεται στην ικανότητά του να προβλέπει την υδρολογική αντίδραση της λεκάνης σε οποιοδήποτε σημείο ή περιοχή της, ως αποτέλεσμα της επίδρασης διαφόρων παραγόντων. Παράδειγμα αποτελεί η δυνατότητα πρόβλεψης των μεταβολών που θα επέλθουν στην υδροπερίοδο ενός υγροτόπου από τη μεταβολή των χρήσεων γης σε μια περιοχή της λεκάνης, από τη μεταβολή της αρδευτικής πρακτικής σε μια άλλη περιοχή, από την κατασκευή ενός φράγματος στα ανάντη, από την εκτροπή ενός ποταμού, από τη μείωση των βροχοπτώσεων κ.ά.

Ταυτότητα

Το έργο "SHYLOC" εκπονήθηκε από το ΕΚΒΥ, από το Institute for Systems Informatics του Joint Research Centre (Ispra, Italy), από το DHI Water and Environment (formerly Danish Hydraulic Institute), από το Wetland Research Unit-Department of Geography-University College London και από το Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Εδαφολογίας του Τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ. Χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από το Πρόγραμμα Διαστημικής Τεχνολογίας του 4ου Προγράμματος Πλαισίου της ΕΕ για την Έρευνα και την Τεχνολογική Ανάπτυξη.

Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ήταν 1.009.126 ECU.

To έργο περιελάμβανε την ανάπτυξη ενός λογισμικού πακέτου επεξεργασίας δορυφορικών εικόνων και την ενοποίηση των υδρολογικών συστημάτων προσομοίωσης MIKE SHE και MIKE 11, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο εργαλείο χρήσιμο στη διαχείριση, διατήρηση και αποκατάσταση των υγροτόπων.

Το ΕΚΒΥ, ως εταίρος του έργου, είχε την ευθύνη για την εφαρμογή και αξιολόγηση του εργαλείου αυτού στις περιοχές Κάρλας και Μαυρούδας.

Το έργο διήρκεσε από τον Νοέμβριο του 1997 έως τον Οκτώβριο του 2000.



1 Λαμβάνει υπόψη του τη χωρική μεταβολή όλων των φυσικών παραμέτρων (ανάγλυφο, βροχόπτωση κ.ά.).

2 Χρησιμοποιούνται οι βασικές εξισώσεις της φυσικής, δηλαδή οι εξισώσεις κίνησης και ενέργειας.

 

Σύστημα Υποστήριξης Αποφάσεων για τη Διαχείριση των Υδάτων Λεκανών Απορροής

Η διαχείριση ενός συστήματος έχει ως θεμέλιο το σύνολο των αποφάσεων για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, ώστε με την εφαρμογή τους να επιτευχθούν συγκεκριμένοι και προκαθορισμένοι σκοποί. Μια απόφαση είναι ορθή και οδηγεί στην επίτευξη του σκοπού (ή των σκοπών) της διαχείρισης, όταν στηρίζεται σε ακριβείς πληροφορίες. Στις περιπτώσεις μάλιστα, κατά τις οποίες το σύστημα έχει την πολυπλοκότητα που έχει η υδρολογία μιας λεκάνης απορροής, η διαθεσιμότητα και η αξιοπιστία των σχετικών πληροφοριών καθώς και η κατάλληλη επεξεργασία τους παίζει αποφασιστικό ρόλο στην ορθότητα των αποφάσεων που θα ληφθούν και, κατά συνέπεια, στα αποτελέσματα που θα επιφέρει η εφαρμογή τους.

Οι πληροφορίες που πρέπει να υποστούν επεξεργασία με σκοπό τη λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση μιας λεκάνης απορροής είναι πολλές, πολύπλοκες και με χωρική διάσταση (αναφέρονται δηλαδή, άμεσα ή έμμεσα σε γεωγραφικά στοιχεία της συγκεκριμένης περιοχής). Οι βάσεις δεδομένων και τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ΓΣΠ) είναι τα κατάλληλα εργαλεία για την αποτελεσματική οργάνωση και ανάλυση των πληροφοριών. Με τη χρήση των εργαλείων αυτών και με εφαρμογή επιλεγμένων κριτηρίων παράγονται νέα δεδομένα, τα οποία δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν αντιληπτά από τη μεμονωμένη μελέτη των επιμέρους επιπέδων πληροφοριών και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη αποφάσεων που αποσκοπούν στην ορθολογική διαχείριση του υδατικού δυναμικού της περιοχής. Η ανωτέρω προσέγγιση μπορεί συνοπτικά να περιγραφεί ως συγκρότηση συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών και χρήση του για την υποστήριξη αποφάσεων.

Το ΕΚΒΥ προχώρησε στη συγκρότηση και χρήση ενός τέτοιου συστήματος για τη λεκάνη απορροής του ποταμού Ανθεμούντα (βλ. παρακάτω) που βρίσκεται ΝΝΑ της πόλεως της Θεσσαλονίκης και στους Νομούς Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Η εγγύτητα της λεκάνης με την πόλη της Θεσσαλονίκης συνετέλεσε από πολύ παλιά στην ανάπτυξη πλήθους δραστηριοτήτων σε αυτήν, κυριότερες από τις οποίες είναι η ανοικοδόμηση, η λειτουργία οικισμών, η βιοτεχνία, η βιομηχανία και η γεωργία. Λόγω της ανεπάρκειας των διαθέσιμων επιφανειακών υδάτων, οι ανάγκες σε νερό των δραστηριοτήτων αυτών καλύπτονται αποκλειστικά με αντλήσεις νερού από τα υπόγεια υδροφόρα στρώματα. Ως συνέπεια, παρατηρείται πτώση της στάθμης των στρωμάτων αυτών και υποβάθμιση της ποιότητας του υπόγειου νερού (κυρίως ως προς την αλατότητα) όσο πλησιάζουμε κοντά στην εκβολή του Ανθεμούντα στον Θερμαϊκό Κόλπο. Επίσης, η ροή του ποταμού, στο μεγαλύτερο μήκος της κοίτης του, είναι ασυνεχής για πολύ μακρές περιόδους.

 

Σύστημα Υποστήριξης Αποφάσεων για τη Διαχείριση των Υδάτων Λεκανών Απορροής

Ο σκοπός της εργασίας ήταν η παραγωγή πληροφοριών οι οποίες θα υποβοηθήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να αποτραπεί η παρατηρούμενη συνεχής εξάντληση του υδατικού δυναμικού της περιοχής και να προωθηθεί η αειφορική χρήση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων της κοιλάδας του Ανθεμούντα.

Τρόπος εργασίας

Για τη συγκρότηση και διαχείριση του ΓΣΠ της λεκάνης του Ανθεμούντα χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό ARC/INFO έκδοση 7.1.

Το πρώτο βήμα ήταν η συλλογή των διαθέσιμων στοιχείων (ισοϋψείς, υδρογραφικό δίκτυο, κατοικημένες περιοχές, οδικό δίκτυο, θέσεις και μετρήσεις πιεζομέτρων, θέσεις γεωτρήσεων και παροχή τους κ.ά.).

Ως δεύτερο βήμα υπέστησαν επεξεργασία τα πρωτογενή στοιχεία που συλλέχθηκαν για να παραχθούν επιπλέον επίπεδα πληροφοριών.

Δημιουργήθηκε ένα Ψηφιακό Ομοίωμα Ανάγλυφου (Digital Elevation Model), με ανάλυση 20 μέτρων, από το οποίο υπολογίσθηκαν ο υδροκρίτης της λεκάνης του Ανθεμούντα και η έκτασή της, οι υπολεκάνες της, η κατανομή υψομέτρου στη λεκάνη, η ιεράρχηση του υδρογραφικού δικτύου, τα μήκη διαδρομής των ρευμάτων για όλη την επιφάνεια της λεκάνης και οι κλίσεις του ανάγλυφου.

Από τις διαθέσιμες τιμές των πιεζομέτρων υπολογίσθηκαν οι αντίστοιχες επιφάνειες του υπόγειου υδροφορέα και οι αποστάσεις του από το επίπεδο αναφοράς της θάλασσας. Η μελέτη των ανωτέρω επιπέδων έδειξε ότι από το 1976 έως το 1996 η στάθμη του υπόγειου υδροφορέα ταπεινώθηκε κατά μέσο όρο 8,5 μέτρα σε όλη τη λεκάνη. Σε μερικές, μάλιστα, τοποθεσίες η ταπείνωση της υπόγειας στάθμης έφτανε τα 20 μέτρα. Ταπείνωση της υπόγειας στάθμης παρατηρήθηκε και κοντά στην εκβολή του ποταμού στον Θερμαϊκό Κόλπο. Το γεγονός αυτό προκαλεί έντονη ανησυχία, λόγω του κινδύνου που υπάρχει σε παρόμοιες περιπτώσεις να εισρεύσει θαλασσινό νερό στον υδροφορέα και λόγω των δύσκολα αναστρέψιμων, δυσμενών αλλοιώσεων, που επιφέρει σε αυτόν.

Μετά τη συλλογή και την πρωτογενή επεξεργασία των διαθέσιμων στοιχείων, ακολούθησε ο εντοπισμός των εκτάσεων που με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία είναι δυνατόν να καλλιεργηθούν, με αφαιρέση των επιφανειών κατοικημένων περιοχών, βιομηχανικών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αεροδρομίων, οδών, περιοχών με μεγάλη κλίση κ.ά.

Το επόμενο στάδιο ήταν να απαντηθεί το ερώτημα: "Ποιες από τις εκτάσεις που μπορούν να καλλιεργηθούν, μπορούν και να αρδευθούν από τις υπάρχουσες γεωτρήσεις;"

Η εκτίμηση των εκτάσεων αυτών έγινε με παραδοχή μιας μέσης παροχής ανά στρέμμα και ανά ημέρα. Έτσι, για κάθε γεώτρηση, ανάλογα με το είδος της, υπολογίσθηκε η ακτίνα δράσης της και κατά συνέπεια οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις που μπορούν να αρδευθούν από αυτήν.

Το τελευταίο και ίσως πιο ενδιαφέρον τμήμα της διαδικασίας ήταν να συνδυασθούν οι εκτάσεις που μπορούν να καλλιεργηθούν ή να αρδευθούν, με τη μεταβολή του υπόγειου υδροφορέα κατά τα έτη 1976-1996. Τα στοιχεία αυτά, μαζί με επιπλέον βοηθητικά, απεικονίσθηκαν σε έναν χάρτη, από την εξέταση του οποίου προέκυψαν τα ακόλουθα συμπεράσματα:            

  • Υπάρχει μια εκτεταμένη περιοχή στο κέντρο περίπου της λεκάνης του Ανθεμούντα στην οποία παρατηρείται μικρή άνοδος της υπόγειας στάθμης.

  • Υπάρχουν συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες παρατηρείται η μεγαλύτερη ταπείνωση της υπόγειας στάθμης.

  • Υπάρχουν, τέλος, περιοχές όπου υπήρξε άνοδος της υπόγειας στάθμης και υπάρχουν καλλιεργούμενες εκτάσεις που δεν μπορούν να αρδευθούν λόγω έλλειψης γεωτρήσεων.

Τα ανωτέρω συμπεράσματα συνοδεύονται από ακριβείς, σαφείς και τεκμηριωμένες χωρικές πληροφορίες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν από αρμόδιους φορείς για τη λήψη ή στήριξη αποφάσεων σχετικών με κατάργηση ή διάνοιξη γεωτρήσεων, ανακατανομή ή αναδιάρθρωση καλλιεργειών για την ορθολογική αξιοποίηση του υδατικού δυναμικού της λεκάνης του Ανθεμούντα.

 

Αποτελέσματα

Έχοντας ο χρήστης διαθέσιμα όλα τα επίπεδα πληροφοριών τα οποία εισήχθησαν στο σύστημα, μπορεί να προβεί σε συνδυασμούς μεταξύ τους και να δημιουργήσει παράγωγες ή σύνθετες πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να υποστηρίξουν αντίστοιχες αποφάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση. Έτσι, το σύστημα θα μπορούσε:

  • Να εντοπίσει τις γεωτρήσεις που βρίσκονται μέσα στην ακτίνα δράσης άλλων.

  • Να εντοπίσει τις περιοχές που πληρούν συνδυασμό συγκεκριμένων χωρικών κριτηρίων, όπως είναι η απόστασή τους από υπάρχουσες γεωτρήσεις, το υδρογραφικό ή οδικό δίκτυο, η κλίση, ο προσανατολισμός ή το υψόμετρό τους, κ.ά.

  • Να προσδιορίσει την κατανομή των καλλιεργούμενων εκτάσεων ανά κοινότητα.

  • Να προσδιορίσει την κατανομή βροχοπτώσεων στη λεκάνη του Ανθεμούντα.

Οι δυνατότητες που αναφέρθηκαν ενδεικτικά, πολλαπλασιάζονται όσο αυξάνουν και τα επίπεδα πληροφορίας που εισάγονται στο σύστημα. Παράλληλα αυξάνεται και η εξειδίκευση της πληροφορίας την οποία το σύστημα είναι σε θέση να παράγει.

Οφέλη

Η συμβολή ενός Γεωγραφικού Συστήματος Πληροφοριών στην υποστήριξη αποφάσεων στις οποίες υπεισέρχονται χωρικά κριτήρια, μπορεί να είναι ουσιαστικής σημασίας, παρέχοντας οφέλη που προκύπτουν από την ορθολογική διαχείριση του υδατικού δυναμικού σε όλη τη λεκάνη απορροής. Η ποιότητα των πληροφοριών που είναι σε θέση να προσφέρει το σύστημα, εξαρτάται άμεσα από την ποιότητα των πληροφοριών οι οποίες έχουν εισαχθεί σε αυτό. Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο θα παραχθούν οι πληροφορίες με βάση τα κριτήρια που θα θέσει ο άνθρωπος. Το σύστημα αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο, το οποίο με την κατάλληλη τροφοδότηση χωρικών δεδομένων, αλλά κυρίως με τη σωστή του χρήση, είναι σε θέση να συνδυάσει όλα τα επίπεδα πληροφοριών που διαθέτει και να δώσει πολλά σπουδαία στοιχεία που θα οδηγήσουν στην εξαγωγή σωστών συμπερασμάτων και κατά συνέπεια στη λήψη αποφάσεων που θα συμβάλλουν στην αειφορική διαχείριση του υδατικού δυναμικού μιας λεκάνης απορροής.

Ταυτότητα

Εκπονήθηκε από το ΕΚΒΥ σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωπονίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το έργο ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 1998 και η σχετική μελέτη υποβλήθηκε από τον επιστημονικώς υπεύθυνο του έργου με τη μορφή Μεταπτυχιακής Διατριβής στο Τμήμα Γεωπονίας.

Τα αποτελέσματά του μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διαχείριση των υδάτων της περιοχής, ενώ η μελέτη γενικότερα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο ή αφετηρία για ανάλογες μελέτες σε άλλες λεκάνες απορροής.

 

Συμβολή στην Εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους

Η διεθνής πείρα έχει δείξει ότι τα προβλήματα των υγροτόπων αντιμετωπίζονται επιτυχέστερα μέσα από μια εθνική στρατηγική με προδιαγεγραμμένους σκοπούς και δράσεις. Με το σκεπτικό αυτό, η εκπόνηση εθνικών στρατηγικών αποτελεί δέσμευση των χωρών που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της διεθνούς Σύμβασης Ραμσάρ για τους Υγροτόπους.

Στην Ελλάδα, τα κύρια σημεία μιας τέτοιας στρατηγικής υπήρχαν διάσπαρτα σε διάφορα κρατικά έγγραφα και εκθέσεις, που αναφέρονται σε ευρύτερα θέματα διαχείρισης του αβιοτικού και βιοτικού περιβάλλοντος, ανθρωπογενούς και φυσικού.

Η ωφέλεια από την ύπαρξη ρητά διατυπωμένης εθνικής στρατηγικής για τους υγροτόπους απασχόλησε τόσο το ΕΚΒΥ όσο και το ΥΠΕΧΩΔΕ από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στα τέλη του 1997 το ΥΠΕΧΩΔΕ, με την παρότρυνση και του Γραφείου Ραμσάρ, άρχισε να προγραμματίζει τη σύνταξη ενός κειμένου στρατηγικής. Γνωρίζοντας ότι ένα τέτοια κείμενο στρατηγικής θα πρέπει να τεκμηριώνεται  επιστημονικά και να συμπορεύεται με τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις, και στο πλαίσιο του τότε ισχύοντος Προγράμματος Συνεργασίας ΥΠΕΧΩΔΕ-ΕΚΒΥ, το ΥΠΕΧΩΔΕ ξεκίνησε τις εργασίες εκπόνησης της "Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους της Ελλάδας" (βλ. παρακάτω) με την επιστημονική υποστήριξη του ΕΚΒΥ.

 

Εθνική Στρατηγική για τους Υγροτοπικούς Πόρους

Σκοπός της εργασίας ήταν να περιγραφούν οι εισροές για τη χάραξη της Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους, να τεθούν γενικοί και ειδικοί στρατηγικοί σκοποί και να καθορισθούν οι δράσεις που απιτούνται για την εφαρμογή αυτών των σκοπών.

Τρόπος εργασίας

Ορίσθηκε Καθοδηγητική Επιτροπή από τη Διεύθυνση Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού (Τμήμα Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος) του ΥΠΕΧΩΔΕ, υπό τις υποδείξεις της οποίας το ΕΚΒΥ προέβη σταδιακά στην εισήγηση σπονδυλωτού κειμένου στρατηγικής.

Κατά το στάδιο σύνταξης του κειμένου πραγματοποιούνταν συναντήσεις εργασίας μεταξύ της Καθοδηγητικής Επιτροπής του ΥΠΕΧΩΔΕ και της ομάδας εργασίας που συνέστησε το ΕΚΒΥ.

Η Εθνική Στρατηγική θεμελιώθηκε:

·         στις επιστημονικές διαπιστώσεις σε σχέση με τις αξίες και τα προβλήματα των υγροτόπων,

·         στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και τις απορρέουσες από αυτό δεσμεύσεις της Ελλάδας σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνή επίπεδο,

·         στο υφιστάμενο στρατηγικό πλαίσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από εθνικά, Κοινοτικά και διεθνή κείμενα,

·         σε σύνολο θεμελιωδών αρχών που αφορούν την οικολογική ηθική, τις εθνικές ανάγκες και τις επιστημονικές προσεγγίσεις.

Το ημιτελικό σχέδιο Στρατηγικής παραδόθηκε από το ΕΚΒΥ τον Ιούλιο του 1998 και διαβιβάσθηκε από το ΥΠΕΧΩΔΕ σε συναρμόδιες υπηρεσίες και ενδιαφερόμενους φορείς για τη συλλογή σχολίων προς βελτίωση.

Από το καλοκαίρι του 2000, με εντολή του ΥΠΕΧΩΔΕ, το τελικό κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής στην αγγλική γλώσσα, έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Γραφείου Ραμσάρ www.ramsar.org/wurc_stratplan_greece2.htm

 

Αποτελέσματα

Στο κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής, αιτιολογείται συνοπτικά η αναγκαιότητα προσδιορισμού και εφαρμογής των ειδικών σκοπών και εντοπίζονται οι δράσεις που απαιτούνται για την εκπλήρωση καθενός από αυτούς. Τέλος, αφού παρατίθενται τα θετικά βήματα που έχουν πραγματοποιηθεί ή έχουν ξεκινήσει από την Πολιτεία για την αειφορική διαχείριση των υγροτόπων, προτείνονται κατευθύνσεις σχετικά με τη διάδοση, την εφαρμογή και την αξιολόγηση της προόδου εφαρμογής της Εθνικής Στρατηγικής. Ο καθορισμός των ειδικών σκοπών αποδείχθηκε μια ιδιαίτερα κοπιώδης προσπάθεια η οποία κατέληξε στο ακόλουθο αποτέλεσμα.

Ο γενικός σκοπός της Εθνικής Στρατηγικής είναι η διατήρηση και η ανόρθωση όλων των λειτουργιών και αξιών των υγροτοπικών πόρων της Ελλάδας ως συμβολή στην αειφορική ανάπτυξη της χώρας.

Ο ανωτέρω γενικός σκοπός αναλύεται σε ειδικούς σκοπούς ως ακολούθως:

  • Καθορισμός προστατευόμενων περιοχών στους σημαντικότερους υγροτόπους της χώρας και διαχείριση αυτών.

  • Πρόληψη της υποβάθμισης υγροτόπων από έργα και δραστηριότητες.

  • Εφαρμογή αειφορικών διαχειριστικών πρακτικών σε όλους τους υγροτόπους της χώρας-ανόρθωση και αποκατάσταση υγροτόπων.

  • Αειφορική διαχείριση των υδατικών πόρων στις λεκάνες απορροής των υγροτόπων και στα μικρά νησιά.

  • Προώθηση της επιστημονικής έρευνας για τη διαχείριση των υγροτόπων και διάδοση της εφαρμογής της.

  • Διερεύνηση και εφαρμογές οικονομικών κινήτρων για τη διατήρηση των υγροτόπων.

  • Παρακολούθηση σημαντικών παραμέτρων διαχείρισης υγροτόπων-απογραφή.

  • Ενημέρωση, περιβαλλοντική εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση για τους υγροτόπους.

  • Διεθνής συνεργασία σε θέματα διαχείρισης υγροτοπικών πόρων.


Οφέλη

Τα αναμενόμενα οφέλη από την ύπαρξη της Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους, είναι:

  • η δημιουργία ενιαίου νοηματικού πλαισίου για ποικίλης προέλευσης δράσεις που αφορούν την αειφορική διαχείριση των υγροτοπικών πόρων,

  • η συμβολή στην ενσωμάτωση της διάστασης της αειφορικής διαχείρισης των υγροτοπικών πόρων στις τομεακές πολιτικές (για τη γεωργία, τον τουρισμό κ.λπ.),

  • η ενημέρωση άλλων υπουργείων και οργανισμών με αναπτυξιακή κατεύθυνση, Οργανισμών της Αυτοδιοίκησης, ιδιωτών επενδυτών και πολιτών, για τις εθνικές προτεραιότητες σε ό,τι αφορά τους υγροτοπικούς πόρους,

  • η διευκόλυνση της από κοινού (σε συνεργασία με άλλες χώρες) αντιμετώπισης των προβλημάτων των υγροτόπων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή γενικότερα σε επίπεδο μικρότερων ή μεγαλύτερων γεωγραφικών περιοχών.

Η εργασία στρατηγικού σχεδιασμού για τη διατήρηση των υγροτοπικών πόρων, η οποία ξεκίνησε με την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής, αξιοποιήθηκε κατά την παραγωγή των ακόλουθων κειμένων:

- Πρόγραμμα Δράσης για τους ελληνικούς υγροτόπους διεθνούς σημασίας.

Εκπονήθηκε το 1999 από το ΕΚΒΥ, κατ' ανάθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ-Διεύθυνσης Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού. Σε αυτό το Πρόγραμμα Δράσης έχουν καταγραφεί, αφενός τα έργα προστασίας και αειφορικής διαχείρισης τα οποία έχουν υλοποιηθεί ή βρίσκονται υπό υλοποίηση στις περιοχές αυτές, αφετέρου έργα και δράσεις που προτείνονται ως αναγκαίες από τις πλέον πρόσφατες Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες, την κεντρική διοίκηση και από άλλες ενδιαφερόμενες υπηρεσίες και ιδιωτικούς οργανισμούς.

- Κατευθύνσεις Στρατηγικής για τη Διατήρηση, a) περιοχών επιλέξιμων προς ένταξη στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 που σχετίζονται με υγροτόπους της Απογραφής και β) των υγροτόπων που δεν σχετίζονται με περιοχές επιλέξιμες προς ένταξη στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000.

Εκπονήθηκε από το ΕΚΒΥ το 2000 κατ' ανάθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ-Διεύθυνσης Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού. Εστιάζει σε κατά προτεραιότητα δράσεις ή ομάδες δράσεων της Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους, ανά περιοχή (site) ή ομάδα περιοχών του επιστημονικού και εθνικού καταλόγου των επιλέξιμων προς ένταξη στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 περιοχών, οι οποίες σχετίζονται με καταχωρημένους στην Απογραφή υγροτόπους. Επίσης, δίδονται παραδείγματα συγκεκριμένων δράσεων που εξυπηρετούν, τόσο τους σκοπούς του Δικτύου ΦΥΣΗ 2000, όσο και εκείνους της Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους. Τέλος, προτείνονται οι δράσεις που έχουν προτεραιότητα στους υγροτόπους οι οποίοι δεν σχετίζονται με περιοχές επιλέξιμες προς ένταξη στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000.

Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί ότι το ΕΚΒΥ έχει επίσης υποβάλει ολοκληρωμένες προτάσεις στο Γραφείο Ραμσάρ για τη βελτίωση και συμπλήρωση του πρώτου σχεδίου της στρατηγικής για τους Μεσογειακούς υγροτόπους.

Γενικά, χρήστες των προαναφερθέντων κειμένων μπορεί να είναι οι υπηρεσίες που έχουν κάποια αρμοδιότητα για τη διαχείριση των υγροτοπικών περιοχών (σήμερα και στο μέλλον) σε όλα τα επίπεδα διοίκησης, ήτοι το κεντρικό, το Περιφερειακό, το Νομαρχιακό και το τοπικό. Ειδικότερα δε, δύνανται να αποτελέσουν εργαλεία σχεδιασμού, τόσο για την Περιφερειακή Διοίκηση σε κάθε διοικητική Περιφέρεια της χώρας, όσο και για τους υπό ίδρυση φορείς διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών. Τα εργαλεία αυτά, σε συνδυασμό με άλλα κείμενα μεγαλύτερης ή μικρότερης εξειδίκευσης και υπό τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες και εισροές, θα βοηθήσουν τους χρήστες τους να εξοικειωθούν με τα υγροτοπικά προστατευτέα αντικείμενα, να ορίσουν προτεραιότητες και να προχωρήσουν στη λήψη αποφάσεων, στον σχεδιασμό δράσεων και την κατανομή χρηματοδοτικών πόρων για τη διαχείριση και τη διατήρηση αυτών των προστατευτέων αντικειμένων.

Ταυτότητα

Στο πλαίσιο του Προγράμματος Συνεργασίας ΥΠΕΧΩΔΕ-ΕΚΒΥ 1997-1998, με την καθοδήγηση του ΥΠΕΧΩΔΕ και τη συνεισφορά διαφόρων υπηρεσιών και φορέων, το ΕΚΒΥ προέβη στην εκπόνηση τριών στρατηγικών κειμένων για τους υγροτόπους: την "Εθνική Στρατηγική για τους Υγροτοπικούς Πόρους", το "Πρόγραμμα Δράσης για τους Υγροτόπους Διεθνούς Σημασίας" καθώς και κείμενο σχετικά με τις κατευθύνσεις στρατηγικής για τη διατήρηση αφενός των υγροτόπων που σχετίζονται με το Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, αφετέρου των λοιπών υγροτόπων.

Τα κείμενα αυτά είναι δυνατόν να αποτελέσουν εργαλεία σχεδιασμού της διαχείρισης και να συμβάλλουν στη λήψη αποφάσεων σχετικά με μέτρα πολιτικής, προγράμματα και έργα που επηρεάζουν τους υγροτόπους.

 

Συμβολή στην Εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής για τους Γεωργικούς Πόρους

Οι έλληνες επιστήμονες (στελέχη δημόσιας διοίκησης, ερευνητές κ.λπ.) που ασχολούνται με τη χρήση των υδατικών, εδαφικών και γενετικών πόρων στη γεωργική παραγωγή, εκφράζουν, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αυξανόμενες ανησυχίες για τις επιπτώσεις αυτής της χρήσης τόσο στο γενικότερο περιβάλλον όσο και στους ίδιους τους πόρους. Γι' αυτούς τους λόγους, στελέχη του Υπουργείου Γεωργίας προέβαλαν στις αρχές του 1999 την ιδέα να οργανωθεί μια συνάντηση εργασίας με θέμα "Γεωργία και Περιβάλλον". Η ιδέα, και η σχετική πίστωση για την εφαρμογή της, εγκρίθηκαν από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, συστήθηκε Οργανωτική Επιτροπή από στελέχη του Υπουργείου και άρχισαν οι προετοιμασίες.

Η οργανωτική επιτροπή πλαισιώθηκε από συμβούλους του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας και του ΕΚΒΥ οι οποίοι επεξεργάσθηκαν τη μέθοδο εργασίας και ανέλαβαν την οργάνωση σύμφωνα με τις οδηγίες της Επιτροπής. Οι σύμβουλοι εργάσθηκαν υπό την εποπτεία της Προέδρου του Μουσείου και του ΕΚΒΥ κ. Νίκης Γουλανδρή.

Στρατηγική για τους Γεωργικούς Πόρους

Τρόπος εργασίας

Στη θέση ενός απλού συμβατικού συνεδρίου με ποικίλες εισηγήσεις αποφασίσθηκε η διεξαγωγή ενός πιο ολοκληρωμένου έργου σύμφωνα με το επιτυχημένο πρότυπο που είχε ακολουθηθεί το 1998-1999 από τους συντονιστές του έργου "Προστασία και Διαχείριση των Ελληνικών Υγροτόπων: Στρατηγικές και Σχέδιο Δράσης".

Το έργο προγραμματίσθηκε να διεξαχθεί σε τρεις φάσεις:

- Φάση Πρώτη

Ορισμός από την οργανωτική επιτροπή πέντε ομάδων εργασίας (8-12 μέλη εκάστη) από ειδικούς επιστήμονες (υπουργείων, πανεπιστημίων, ΕΘΙΑΓΕ) στα εξής πέντε αντικείμενα: υδατικοί πόροι, εδαφικοί πόροι, ενεργειακοί πόροι, γενετικοί πόροι, ανθρώπινο δυναμικό της υπαίθρου. Εκπόνηση κειμένων εργασίας για το κάθε ένα αντικείμενο. Η δομή των κειμένων (καθώς και η φιλοσοφία της συγγραφής) ακολούθησε λίγο-πολύ τη δομή της "Εθνικής Στρατηγικής για τους Υγροτοπικούς Πόρους" που είχε εκπονηθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ ένα έτος πρωτύτερα, δηλαδή: επιστημονικές διαπιστώσεις, δεσμεύσεις της χώρας, υφιστάμενο στρατηγικό πλαίσιο, θεμελιώδεις αρχές, σκοποί της στρατηγικής, δράσεις για την εφαρμογή των σκοπών κ.λπ.

- Φάση Δεύτερη

Παρουσίαση των κειμένων εργασίας σε ειδική συνάντηση εργασίας με προσκεκλημένους πολιτικούς ηγέτες, εκπροσώπους δημόσιας διοίκησης, ερευνητικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, μη κρατικών οργανώσεων και χρηστών των υδατικών, εδαφικών, ενεργειακών και γενετικών πόρων. Συζήτηση και προτάσεις για βελτίωση των κειμένων.

- Φάση Τρίτη

Αποστολή των κειμένων που βελτιώθηκαν κατά τη συνάντηση εργασίας, σε εκατοντάδες αποδέκτες ανά την Ελλάδα, δημοσιοποίησή τους και παρουσίασή τους σε περιφερειακές πόλεις και περαιτέρω βελτίωση των κειμένων. Δημοσίευση των τελικών κειμένων στρατηγικής σε ειδικό τόμο και ανάληψη δράσεων για τη εφαρμογή των προτάσεων.

Αποτελέσματα

Οι πρώτες δύο φάσεις διεξήχθησαν σύμφωνα με τα προγραμματισθέντα και κατέληξαν σε οργανωτική και επιστημονική επιτυχία με την παρουσίαση-συζήτηση-βελτίωση των κειμένων σε συνάντηση εργασίας που έγινε στο Κέντρο ΓΑΙΑ τον Φεβρουάριο του 2000, υπό την αιγίδα και με την παρουσία του Υπουργού Γεωργίας.

Προς το παρόν η τρίτη φάση έχει προχωρήσει μόνο ως προς την προετοιμασία της έκδοσης των κειμένων.

Οφέλη

Παρά το γεγονός ότι η τρίτη φάση δεν προχώρησε ακριβώς σύμφωνα με τα προγραμματισθέντα, το έργο ωφέλησε την υπόθεση της προώθησης της αειφορικής χρήσης των γεωργικών πόρων στην Ελλάδα με τους ακόλουθους τρόπους:

α) Για πρώτη φορά στην Ελλάδα επιχειρήθηκε να προσφερθεί στην ελληνική κοινωνία και   στους λήπτες των αποφάσεων μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, μια στρατηγική θεώρηση, για τη χρήση των φυσικών πόρων στη γεωργία.

β) Εκπονήθηκαν πέντε εμπεριστατωμένα κείμενα, προϊόντα αφιλοκερδούς και ενθουσιώδους εργασίας από ειδικούς επιστήμονες, τα οποία υπέστησαν βελτιώσεις και από πολλούς άλλους. Τα κείμενα αυτά περιέχουν πλούτο πληροφοριών, νέων ιδεών και προτάσεων προς αξιοποίηση από το ελληνικό κράτος.

γ) Αναπτύχθηκε ευρύτερα ο προβληματισμός για το μέλλον των ανανεώσιμων φυσικών πόρων της χώρας μας και του πληθυσμού της υπαίθρου.

δ) Αναδείχθηκε για μια ακόμη φορά η σημασία της συλλογικής προσπάθειας και η ανάγκη να ερευνηθούν νέες προσεγγίσεις στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του φυσικού και αγροτικού περιβάλλοντος της χώρας μας.

Συνόψεις κειμένων στρατηγικής

Εξαιτίας της στενής σχέσης του προσανατολισμού του ΕΚΒΥ με τα κείμενα στρατηγικής για τους υδατικούς, εδαφικούς και γενετικούς πόρους, παρατίθενται στη συνέχεια συνόψεις των στρατηγικών σκοπών και των κύριων δράσεων που απαιτούνται για την επίτευξή τους.

Υδατικοί πόροι

Γενικός σκοπός της εθνικής στρατηγικής για τους υδατικούς πόρους είναι η ανάπτυξη ενός πλαισίου αειφορικής διαχείρισης των πόρων αυτών με βάση το ισοζύγιο προσφοράς-ζήτησης νερού που διαμορφώνεται από τις υφιστάμενες δυνατότητες των υδατικών πόρων, τις υφιστάμενες χρήσεις και από τη μελλοντική εξέλιξή τους σε επίπεδο λεκάνης απορροής αλλά και σε εθνικό επίπεδο.

Για την επίτευξη του σκοπού αυτού προτείνονται οι ακόλουθοι άξονες δράσης:

1.       Ακριβής αποτύπωση του δυναμικού των υδατικών πόρων, της χρονικής διακύμανσής του, μέσα από έρευνα που να καταλήγει στην ανάπτυξη εξειδικευμένων διαδικασιών εκτίμησης της παρούσας και της μελλοντικής κατάστασης, ανάλογα με την έκταση και τη σύνθεση της υδρολογικής και μετεωρολογικής πληροφορίας, σε επίπεδο λεκάνης απορροής, υδατικού διαμερίσματος και εθνικό.

2.       Ακριβής προσδιορισμός και χωροθέτηση της πραγματικής ζήτησης νερού από τις διάφορες χρήσεις στο παρόν και στο μέλλον.

3.       Σύνθεση των δύο προαναφερθεισών δράσεων για τη σύνταξη ενός αξιόπιστου ισοζυγίου προσφοράς-ζήτησης νερού, με τελική κατάληξη τη διαμόρφωση προγραμμάτων αειφορικής διαχείρισης των υδατικών πόρων ανά υδατικό διαμέρισμα.

4.       Ανάπτυξη διαδικασιών για τον ακριβή υπολογισμό των αναγκών των καλλιεργειών σε νερό. Η δράση αυτή θα οδηγήσει στην αναθεώρηση της έως σήμερα επικρατούσας αντίληψης για το ύψος των αναγκών αυτών, που είναι υπερεκτιμημένες. Ο ακριβής υπολογισμός θα έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη οικονομία νερού, μείωση των ποσοτήτων νερού που πρέπει να μεταφερθούν από τη μια περιοχή στην άλλη (όπου η μεταφορά είναι απολύτως αναγκαία) και μείωση του κόστους των έργων μεταφοράς και διανομής.

5.       Αναθεώρηση ορισμένων αντιλήψεων περί αρδεύσεων, που επικρατούν σήμερα, με σκοπό την ελαχιστοποίηση χρήσης νερού, ελαχιστοποίηση των απωλειών νερού κατά τη μεταφορά και διανομή του, ομοιομορφία εφαρμογής στο χωράφι με συνεπακόλουθο τη βελτιστοποίηση της παραγωγής, πρόληψη ή αναχαίτιση της υποβάθμισης της ποιότητας του εδάφους και των υπόγειων και επιφανειακών υδάτων. Συνδυασμός των δράσεων 4 και 5 μπορεί να οδηγήσει στην εξοικονόμηση νερού πάνω από 50% αυτού που σήμερα χρησιμοποιείται για άρδευση.

6.       Προσαρμογή των καλλιεργειών στις διαθέσιμες ποσότητες νερού ανά υδατικό διαμέρισμα η οποία θα συμβάλει στην αειφορική ανάπτυξη της γεωργίας της χώρας.

7.       Καθορισμός, μέσω των κατά περίπτωση απαιτούμενων εξειδικευμένων μελετών, των απαραίτητων παροχών νερού για τη διατήρηση ή και την ανόρθωση των λειτουργιών και αξιών των υγροτοπικών πόρων της χώρας.

Εδαφικοί πόροι

Σκοπός της εθνικής στρατηγικής για τους εδαφικούς πόρους είναι η διατήρηση και η ανόρθωση όλων των λειτουργιών και αξιών των εδαφών της χώρας. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός προτείνονται οι ακόλουθες ενότητες δράσεων:

1.    Διεύρυνση, η εμβάθυνση και η βελτίωση της επιστημονικής και τεχνικής γνώσης των λειτουργιών του εδάφους.

2.       Διάδοση της σχετικής επιστημονικής και τεχνικής γνώσης.

3.     Εξειδίκευση της κάθε λειτουργίας σε σχέση με τις εφαρμοζόμενες γεωργικές πρακτικές, καθώς και με την επιλογή των βέλτιστων χρήσεων γης για τη διατήρηση της εδαφικής ποιότητας.

4.       Παραγωγή των κατάλληλων εργαλείων τα οποία θα βοηθήσουν το Υπουργείο Γεωργίας στην ορθότερη λήψη αποφάσεων για τη διατήρηση της εδαφικής ποιότητας στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης της υπαίθρου (π.χ. χαρτογράφηση εδαφών, χρήσεων, ειδικών παραμέτρων).

5.       Ανάπτυξη μεθόδων παρακολούθησης των λειτουργιών του εδάφους.

6.       Ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού και ειδικών κοινωνικών ομάδων για τις οικονομικές και κοινωνικές ωφέλειες που προκύπτουν από την απρόσκοπτη επιτέλεση των λειτουργών του εδάφους.

7.       Ηθική και υλική στήριξη των κατοίκων που εξαρτώνται από τους εδαφικούς πόρους, ώστε να εφαρμόζουν αειφορικότερες πρακτικές διαχείρισης των πόρων αυτών.

8.  Αποκατάσταση και ανόρθωση των υποβαθμισμένων λειτουργιών υπό τις σημερινές οικονομικές, τεχνικές και κοινωνικές συνθήκες, στα πλαίσια της ευρύτερης αναβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής.

9.     Πρόληψη του κινδύνου υποβάθμισης της εδαφικής ποιότητας που μπορεί να συμβεί στο μέλλον από φυσικές διεργασίες και από εν εξελίξει, ή αναμενόμενες, ανθρωπογενείς δραστηριότητες.

Γενετικοί πόροι

Σκοπός της εθνικής στρατηγικής για τους γενετικούς πόρους που χρησιμοποιούνται, και που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, στην καλλιέργεια φυτών και στην εκτροφή ζώων είναι η διατήρηση, η αειφορική διαχείριση και η αξιοποίηση των πόρων αυτών. Ο σκοπός αυτός εντάσσεται στους γενικότερους σκοπούς που έχουν τεθεί σε ποικίλα κείμενα διεθνών συμβάσεων σχετικών με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας του Πλανήτη ή συγκεκριμένων περιοχών.

Για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού προτείνονται 14 δράσεις μερικές από τις οποίες είναι ήδη σε εξέλιξη (αλλά εφαρμόζονται πλημμελώς), ενώ άλλες απαιτούν ειδικό προγραμματισμό. Πολλές από τις δράσεις αυτές είναι συνδεμένες με τις υποχρεώσεις που διατυπώνει η Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα και το Παγκόσμιο Σχέδιο Δράσης του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) για τους φυτογενετικούς πόρους.

Οι δράσεις αυτές είναι οι εξής:

1.       Επισκόπηση και καταγραφή των γενετικών πόρων.

2.       Διατήρηση και ορθή διαχείριση γενετικού υλικού σε συνθήκες αγρού και εγκαταστάσεων εκτροφής.

3.       Διατήρηση επί τόπου αυτοφυών φυτικών ειδών ή αυτοχθόνων ζωικών ειδών, συγγενών με τα καλλιεργούμενα ή εκτρεφόμενα είδη ή αναμενόμενων να αποκτήσουν άμεση οικονομική σημασία.

4.       Διατήρηση της ιχθυοπανίδας.

5.       Διατήρηση και ανανέωση υπαρχουσών εκτός τόπου συλλογών φυτικού υλικού.

6.       Διατήρηση φυτικού υλικού που αναπαράγεται αγενώς.

7.       Εκτός τόπου διατήρηση και ορθή διαχείριση ζωικού γενετικού υλικού.

8.       Χρησιμοποίηση της βιοτεχνολογίας για διατήρηση γενετικού υλικού.

9.       Χαρακτηρισμός και αξιολόγηση των γενετικών πόρων με εθνικά προγράμματα γενετικής βελτίωσης.

10.   Δημιουργία αντιπροσωπευτικών συλλογών γενετικών πόρων.

11.   Προώθηση εναλλακτικών μορφών γεωργίας και κτηνοτροφίας.

12.   Προώθηση νέων φυτικών και ζωικών ειδών για παραγωγή φυτικών και ζωικών προϊόντων.

13.   Δημιουργία θεσμικού πλαισίου για τη δίκαιη και ισομερή διανομή της ωφέλειας που προκύπτει από το γενετικό υλικό, μεταξύ των χορηγών και των χρηστών του γενετικού υλικού.

14.     Δημιουργία κατάλληλης υποδομής.

Ταυτότητα

Η διεξαγωγή συνάντησης εργασίας με θέμα «Γεωργία και Περιβάλλον» ανατέθηκε στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας με την Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία προέβλεπε χρηματοδότηση ύψους 25.000.000 δρχ.

Η επιστημονική εργασία εκπονήθηκε από καθηγητές του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, από ερευνητές του ΕΘΙΑΓΕ και από επιστήμονες του Υπουργείου Γεωργίας, υπό τον συντονισμό του κ. Π. Α. Γεράκη, Καθηγητή Οικολογίας ΑΠΘ και Προέδρου του Εκτελεστικού Συμβουλίου του ΕΚΒΥ.

Τις επιμέρους θεματικές ενότητες συντόνισαν οι κ.κ. Ζ. Παπαζαφειρίου, Ν. Μισοπολινός, Γ. Παπαδάκης, Δ. Βερεσόγλου & Σ. Ντάφης, και Ν. Μπεόπουλος & Λ. Λουλούδης.

Η συνάντηση εργασίας πραγματοποιήθηκε από 23/2/2000 έως 25/2/2000, στο Κέντρο ΓΑΙΑ του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας.

Τα κείμενα της στρατηγικής κατατέθηκαν στο Υπουργείο Γεωργίας.

 

Ο νέος Νόμος 3199/03 περί προστασίας και διαχείρισης των υδάτων και η Οδηγία Πλαίσιο για τα νερά 2000/60/ΕΚ

Το θέμα της ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδατικών πόρων  αρχίζει να απασχολεί τόσο τους διεθνείς οργανισμούς όσο και τις κρατικές αρχές της χώρας μας από τη δεκαετία του 70.

Στην Ελλάδα, σχετικό αντικείμενο θεσμοθετείται το 1972 στο τότε Υπουργείο Συντονισμού με τη Διεύθυνση Φυσικών Πόρων, Ενέργειας και Προστασίας του Περιβάλλοντος. Το 1983 η Διεύθυνση αυτή μεταφέρεται στο τότε Υπουργείο Ενέργειας και Φυσικών Πόρων (νυν Υπουργείο Ανάπτυξης) και το 1987 οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης αυτής θεσμοθετούνται με τον Ν. 1739/87, βάσει του οποίου καθορίζονται τα περί διαχείρισης υδατικών πόρων στην Ελλάδα.

Ο νόμος αυτός παρά το γεγονός ότι εισήγαγε μια σύγχρονη αντίληψη αντιμετώπισης των υδατικών πόρων και προσπάθησε να διαμορφώσει το θεσμικό πλαίσιο και τους αναγκαίους μηχανισμούς για την ορθολογική διαχείριση των υδάτων στη χώρα μας, εντούτοις, μόνο κατά ένα μέρος του κατόρθωσε να λειτουργήσει. Πέραν των διαφόρων δυσκολιών για την εφαρμογή του, η χώρα μας ως κράτος μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης, όφειλε να υιοθετεί και διάφορες κοινοτικές οδηγίες σχετικές με την προστασία και τη διαχείριση των υδάτων, οι οποίες θεσπίζονταν κατά το διάστημα ισχύος του. Όπως γίνεται αντιληπτό, διαμορφώνεται ένα σύνθετο σκηνικό στον χώρο της διαχείρισης των υδάτων όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στα υπόλοιπα κράτη μέλη, όπου από τη μια υπάρχει το υφιστάμενο νομικό καθεστώς κάθε κράτους για τη διαχείριση των υδάτων του και από την άλλη οι συνεχείς κοινοτικές οδηγίες.

Η κατάσταση αυτή, αλλά κυρίως η σπουδαιότητα και ο ορατός κίνδυνος ανεπάρκειας του φυσικού αυτού αγαθού οδήγησε στην κατάρτιση και ψήφιση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ. Πρόκειται για ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο το οποίο καταργεί κάποιες από τις προηγούμενες οδηγίες και ενσωματώνει τις υπόλοιπες. Πέραν όμως αυτού έρχεται να ενσωματώσει και οδηγίες σχετικές με τα υδάτινα φυσικά οικοσυστήματα. Οι υποχρεώσεις των κρατών μελών ως προς την εφαρμογή των επιμέρους άρθρων της αρχίζουν από την ημερομηνία δημοσίευσης της στην εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή τον Οκτώβριο του 2000.

Η χώρα μας ενσωμάτωσε την Οδηγία αυτή στο εθνικό μας δίκαιο μόλις τον προηγούμενο Δεκέμβριο του 2003 με τον Νόμο 3199/03 «περί προστασίας και διαχείρισης των υδάτων». Ο νόμος αυτός αναμένεται να συμπληρωθεί με προεδρικό διάταγμα (άρθρο 15 του ιδίου νόμου), ώστε να ενσωματώνει πλήρως τα άρθρα και τα παραρτήματα της Οδηγίας. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό:

  • Συνίσταται η Εθνική Επιτροπή Υδάτων, η οποία χαράσει την πολιτική για την προστασία και τη διαχείριση των υδάτων, παρακολουθεί και ελέγχει την εφαρμογή και εγκρίνει μετά από εισήγηση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ και τη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Υδάτων τα εθνικά προγράμματα προστασίας και διαχείρισης του υδατικού δυναμικού της  χώρας.

  • Συνίσταται το Εθνικό Συμβούλιο Υδάτων με πρόεδρο τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Στο συμβούλιο αυτό συμμετέχει και το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων- Υγροτόπων.

  • Συνίσταται στο ΥΠΕΧΩΔΕ η Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων και εντός αυτής συνίσταται Γνωμοδοτική Επιτροπή Υδάτων με πρόεδρο τον προϊστάμενο της Κεντρικής Υπηρεσίας Υδάτων.

  • Σε κάθε Περιφέρεια συνίσταται Διεύθυνση Υδάτων μέσω της οποίας ασκούνται οι αρμοδιότητες της Περιφέρειας για την προστασία και τη διαχείριση των υδάτων μέσα στα όρια της.

  • Σε κάθε Περιφέρεια συνίσταται Περιφερειακό Συμβούλιο Υδάτων το οποίο αποτελεί το όργανο κοινωνικής διαβούλευσης για θέματα προστασίας και διαχείρισης των υδάτων.

Η υιοθέτηση και εφαρμογή της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης του θέματος της προστασίας και διαχείρισης των υδάτων αποτελεί, ίσως, την πλέον ουσιώδη καινοτομία, η οποία εισάγεται με τον Νόμο 3199/03 (ή τη νέα Οδηγία 2000/60) στη χώρα μας. Η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζεται στα ακόλουθα:

1.       Στους περιβαλλοντικούς στόχους τους οποίους θέτει.

2.       Μεριμνά για την ταυτόχρονη προστασία και διαχείριση όλων των υδάτων μέσα στα όρια της λεκάνης απορροής τους.

3.       Θεωρείται απαραίτητη πλέον η διεπιστημονική συνεργασία για την επίτευξη των στόχων της.

4.       Ενσωματώνει την έως σήμερα σχετική με το νερό αλλά και τα υδάτινα οικοσυστήματα νομοθεσία σε ένα κοινό και συνεκτικό πλαίσιο.

5.       Πέρα από τους περιβαλλοντικούς της στόχους, προβλέπει τη λήψη μέτρων για την κάλυψη των διαφόρων διαχειριστικών αναγκών, π.χ. μέτρα για την προστασία από πλημμύρες και ξηρασίες.

6.       Προβλέπει την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου πλαισίου μέτρων για την προστασία και διαχείριση των υδάτων συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης της χρήσης των υδάτων.

7.       Απαιτεί και προσβλέπει στην ευρεία συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών κατά την ανάπτυξη των διαχειριστικών σχεδίων κάθε Περιοχής Λεκάνης Απορροής Ποταμού.

Η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου και κυρίως η επίτευξη των στόχων του θα αποτελέσει σίγουρα πρόκληση όχι μόνο για τους υπεύθυνους φορείς και την επιστημονική κοινότητα, αλλά και για τον καθένα από εμάς.

Η σελίδα αυτή ενημερώθηκε την 06/12/2007 .