Δράσεις

Στο πλαίσιο του έργου υλοποιήθηκαν ποικίλες δράσεις, οι οποίες ομαδοποιούνται σε τρεις κύριες ενότητας εργασιών:

- Σχεδιασμός της διαχείρισης και της αποκατάστασης
- Αποκατάσταση
- Ανάδειξη και προβολή

Σχεδιασμός της διαχείρισης και της αποκατάστασης

 

  • Σχέδιο Διαχείρισης του παραποτάμιου δάσους

    Έως το 1996 η διαχείριση του δάσους γίνονταν βάσει διαχειριστικών μελετών που εκπονούσε το Δασαρχείο Καβάλας, οι οποίες εστίαζαν στην παραγωγή ξύλου από τις φυτείες που είχαν ιδρυθεί από τη δεκαετία του 1950. Τόσο όμως το Δασαρχείο Καβάλας όσο και όσοι ασχολούνται με τη διατήρηση της φύσης υποστήριζαν ότι ο κύριος σκοπός της διαχείρισης του παραποτάμιου δάσους έπρεπε να στραφεί προς τη διατήρηση της φύσης. Προς αυτή την κατεύθυνση, το 1996, το ΥΠΕΧΩΔΕ εκπόνησε την πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση διαχείρισης της περιοχής, εστιάζοντας κυρίως στη ρύθμιση των χρήσεων γης της ευρύτερης περιοχής των υγροτόπων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και λιγότερο σε συγκεκριμένα μέτρα διαχείρισης και αποκατάστασης των διαταραγμένων οικοσυστημάτων. Το 1998 εκπονήθηκε η μελέτη με τίτλο «Οικολογική ανάλυση διαχείρισης σχεδιασμού οικοανάπτυξης του παρόχθιου οικοσυστήματος του Ποταμού Νέστου» από το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία περιελάμβανε προτάσεις για τη διαχείριση της περιοχής, αρκετές από τις οποίες τέθηκαν σε εφαρμογή από το Δασαρχείο Καβάλας.

    Στο πλαίσιο του παρόντος έργου, αναθεωρείται και επικαιροποιείται ο διαχειριστικός σχεδιασμός του 1998 μέσω της εκπόνησης ενός Σχεδίου Διαχείρισης του παραποτάμιου δάσους. Το Σχέδιο λαμβάνει υπόψη τις αλλαγές στο νομοθετικό καθεστώς της περιοχής, τα νέα δεδομένα για τη βιοποικιλότητά της, προσδιορίζει με ολοκληρωμένο τρόπο τις δράσεις για την αποκατάσταση του παραποτάμιου δάσους και προτείνει τεκμηριωμένα εφαρμόσιμα μέτρα διαχείρισης, συμβατά με τις ανάγκες διατήρησης της φύσης.
          Το σχέδιο διαχείρισης: Κείμενο, Χάρτες:
          1.1. Νομικό καθεστώς (Σημείωση: Προ της ανακήρυξης του Εθνικού Πάρκου Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης)
          1.2. Διοίκηση της περιοχής
          2.1. Ποιότητες τόπου
          2.2. Τύποι οικοτόπων
          2.3. Χρήσεις γης στην ευρύτερη περιοχή του Δέλτα του Νέστου
          2.4. Το τοπίο του παραποτάμιου δάσους
          2.5. Διαίρεση του δάσους σε συστάδες
          2.6. Υφιστάμενες και προτεινόμενες υποδομές και μέτρα αποκατάστασης
          2.7. Ανθρώπινες δραστηριότητες και απειλές στην περιοχή του παραποτάμιου δάσους


  • Μελέτη αποκατάστασης της φυσικής βλάστησης

    Ο ποταμός Νέστος, όπως και οι περισσότεροι μεγάλοι ποταμοί της Ευρώπης, γνώρισε κατά τον 20ο αιώνα επεμβάσεις που επέφεραν αλλαγές στην υδρολογία και στα οικοσυστήματά του. Οι επεμβάσεις ξεκίνησαν από την περιοχή του δέλτα. Η μεγάλη ζήτηση σε γεωργική γη οδήγησε στη σταδιακή αποψίλωση του παραποτάμιου δάσους μετά το 1930, την ευθυγράμμιση της κοίτης του ποταμού και την κατασκευή αναχωμάτων. Συνεχίσθηκαν με την κατασκευή του αρδευτικού φράγματος των Τοξοτών το 1966 και την κατασκευή δύο μεγάλων φραγμάτων στις θέσεις «Θησαυρός» και «Πλατανόβρυση», κυρίως για την παραγωγή ενέργειας. Το φράγμα του Θησαυρού τέθηκε σε λειτουργία τον Οκτώβριο του 1997, ενώ της Πλατανόβρυσης τον Δεκέμβριο του 1999. Το παραποτάμιο δάσος του Νέστου αρχικά αναπτυσσόταν δεξιά και αριστερά της κοίτης του ποταμού, σε μήκος 27 χιλιομέτρων και πλάτος 3-7 χιλιομέτρων. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα υδροχαρή δάση της Μεσογείου. Εκτιμάται ότι τη δεκαετία του 1920 το δάσος καταλάμβανε έκταση 120.000 στρεμμάτων, ενώ το 1946 μόλις 70.000 στρέμματα. Σήμερα στο Δασόκτημα απαντούν 8.000 περίπου στρέμματα φυσικού δάσους εκ των οποίων τα 1.500 είναι τμήματα του αρχέγονου δάσος. Τα υπόλοιπα στρέμματα είναι δευτερογενές φυσικό δάσος που αναπτύχθηκε χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση κυρίως εντός της νέας κοίτης του ποταμού.

    Η πορεία υποβάθμισης και συρρίκνωσης του δάσους άρχισε να αναστρέφεται τη δεκαετία του 1970, όταν τέθηκαν σε καθεστώς προστασίας τα υπολείμματα του αρχέγονου φυσικού δάσους με σκοπό τη διατήρηση του μοναδικού στην Ελλάδα πληθυσμού του κολχικού φασιανού. Με το πέρασμα των ετών οι προσπάθειες για την προστασία του δάσους και την αποκατάστασή του  συνεχίσθηκαν.

    Η Μελέτη Αποκατάστασης εξετάζει το ιστορικό των ανθρώπινων επεμβάσεων στην περιοχή, αξιολογεί προηγούμενες προσπάθειες, προτείνει κατάλληλες περιοχές για αποκατάσταση και είδη προς φύτευση και προδιαγράφει τις επιμέρους απαιτούμενες εργασίες. Κεντρικός άξονας της μελέτης είναι η σταδιακή αποκατάσταση των κυριότερων λειτουργιών του φυσικού παραποτάμιου δάσους, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα στα αυτόχθονα είδη φυτών και ζώων να επαναποικίσουν την περιοχή.

    Κρίσιμο βήμα στη διαδικασία αυτή είναι η διάκριση και περιγραφή των εκτάσεων που προσφέρονται για αποκατάσταση και η ορθή επιλογή των ειδών που θα φυτευθούν, καθώς το έδαφος έχει υποβαθμιστεί από την πολυετή λευκοκαλλιέργεια και την παύση των ευεργετικών πλημμυρών του ποταμού.

    
           Η μελέτη αποκατάστασηςΚείμενο, Χάρτες:
          1. ΟΤΑ και νομικό καθεστώς (Σημείωση: Προ της ανακήρυξης του Εθνικού Πάρκου Αν. Μακεδονίας και Θράκης)
          2. Τύποι οικοτόπων
          3. Το τοπίο του παραποτάμιου δάσους
          4. Εκτάσεις φυτεύσεων και συσταδικοί τύποι

 

  • Σχέδιο Διαχείρισης Επισκεπτών

    Τα τελευταία έτη η ευρύτερη περιοχή του Νέστου παρουσιάζει μια έντονη και ολοένα αυξανόμενη τουριστική κίνηση. Τόσο ο Νομός Καβάλας, όσο και ο Νομός Ξάνθης, έχουν αναδειχθεί σε σημαντικούς πόλους έλξης επισκεπτών. Ο τουρισμός στους δύο νομούς εμφανίζεται ιδιαίτερα αναπτυγμένος, με επαρκείς υποδομές διαμονής και εστίασης. Συγκριτικό πλεονέκτημα και των δύο νομών αποτελεί ο ποταμός Νέστος και τα ιδιαίτερα οικοσυστήματά του. Η τουριστική κίνηση της περιοχής, αναμένεται να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο με την Εγνατία οδό αλλά και με τις προσπάθειες της τοπικής αυτοδιοίκησης και του Δασαρχείου Καβάλας να αναδείξει τον φυσικό και π

    Αποκατάσταση

      Η δεύτερη ενότητα εργασιών αφορά την αποκατάσταση της φυσικής βλάστησης σε έκταση 2.800 στρεμμάτων, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν στη σχετική μελέτη και αφορά σε:


    αρχή

    Ανάδειξη και προβολή

     

    Για την προβολή του παραποτάμιου δάσους και την ανάδειξη του Νέστου σε έναν τόπο ιδιαίτερου οικολογικού, αισθητικού και ψυχαγωγικού ενδιαφέροντος η τρίτη ενότητα εργασιών περιλαμβάνει τα ακόλουθα:


     

    • Περιβαλλοντικά Πάρκα

      Σχεδιασμός δύο περιβαλλοντικών πάρκων, εκατέρωθεν της κοίτης του ποταμού, συνολικής έκτασης περίπου 600 στρεμμάτων. Τα δύο πάρκα έχουν σκοπό να αποτελέσουν οργανωμένα υπαίθρια εργαστήρια εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας, όπου ο επισκέπτης θα έχει την ευκαιρία να αποκτήσει μια βιωματική εμπειρία του παραποτάμιου δάσους.

      Οργανωμένα μονοπάτια, πινακίδες σήμανσης και ερμηνείας, περίπτερα πληροφόρησης, υπαίθριες δραστηριότητες για μικρούς και μεγάλους, οργανωμένοι χώροι εξυπηρέτησης του κοινού, θα εξασφαλίζουν την άνετη και ασφαλή κίνηση του επισκέπτη στα δύο περιβαλλοντικά πάρκα, θα οργανώνουν την περιήγησή του σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα και τον διαθέσιμο χρόνο του, θα του προσφέρουν τη δυνατότητα μιας βιωματικής εμπειρίας του παραποτάμιου δάσους, προκειμένου να ανακαλύψει τα μυστικά και τις αξίες του, να αφουγκραστεί τους ήχους του, να γνωρίσει τη βλάστηση και τις ιδιαιτερότητές της, να αντιληφθεί τις αξίες και την ανάγκη προστασίας και διατήρησης του παραποτάμιου δάσους, να διασκεδάσει και να αφεθεί στη μαγεία της φύσης του.

      Το περιβαλλοντικό πάρκο στην ανατολική όχθη (δείτε σχετικό χάρτη) καλείται να εξυπηρετήσει κυρίως εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς σκοπούς, καθώς η επιλεγμένη για τη δημιουργία του έκταση προσφέρεται για τη φύτευση όλων των ειδών και τύπων βλάστησης που εμφανίζονται στο παραποτάμιο δάσος και ευνοεί τη δημιουργία μιας προσομοίωσης του δάσους. Συνδυάζοντας την επιστημονική γνώση με την ψυχαγωγία, στοχεύει να σηματοδοτήσει ένα υπαίθριο εργαστήρι έρευνας και εκπαίδευσης, που θα παρέχει ουσιαστική και αναλυτική πληροφόρηση για το παραποτάμιο δάσος και τη βλάστησή του, καλύπτοντας τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τόσο του ειδικού επισκέπτη, όσο και του ευρέως κοινού. Το πάρκο της ανατολικής όχθης οριοθετείται σε επιλεγμένη περιοχή μέσα στο Δασόκτημα, κοντά στο Εράσμιο και καλύπτει περίπου 450 στρέμματα. Θα διακρίνεται σε τρεις χωρικές ενότητες. Η πρώτη αφορά στις υποδομές υποδοχής, εξυπηρέτησης και ενημέρωσης των επισκεπτών και περιλαμβάνει χώρο στάθμευσης, Κέντρο Υποδοχής Επισκεπτών, χώρο προβολών, αναψυκτήριο, υπαίθρια εκθέματα, παιδική χαρά, χώρο συγκέντρωσης και πικ νικ. Η δεύτερη χωρική ενότητα αφορά σε ένα οργανωμένο arboretum (βοτανικό κήπο) στο οποίο παρουσιάζονται όλοι οι τύποι βλάστησης και τα κύρια φυτικά είδη του παραποτάμιου δάσους. Η τρίτη χωρική ενότητα θα αποτελεί προσομοίωση του δάσους, με οργανωμένα μονοπάτια και θέσεις για ξεκούραση και ανάπαυση, στα οποία μπορεί να περιηγηθεί ο επισκέπτης πεζή είτε με ποδήλατο.

      Το περιβαλλοντικό πάρκο της δυτικής όχθης (δείτε σχετικό χάρτη), θα αναπτυχθεί σε 150 στρέμματα, νότια της Χρυσούπολης και πλάι στην κοίτη του Νέστου, ενσωματώνοντας και αξιοποιώντας τις υφιστάμενες υποδομές (π.χ. αναψυκτήριο, Κέντρο Πληροφόρησης Δήμου Χρυσούπολης). Στην έκτασή του περιλαμβάνεται τμήμα του φυσικού παραποτάμιου δάσους. Στο πάρκο θα γίνουν φυτεύσεις με είδη της περιοχής και θα οργανωθεί με ελαφρού τύπου κατασκευές, κατάλληλες για την εκπαίδευση, αναψυχή και εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Καλείται να επιτελέσει έναν διαφορετικό ρόλο από αυτό της ανατολικής όχθης, κυρίως αναψυχικό, μεταφέροντας παράλληλα τη γνώση για τη λειτουργία, τη σπουδαιότητα και την πολύπλευρη αξία του παραποτάμιου δάσους.

      Η δημιουργία των δύο Περιβαλλοντικών Πάρκων βασίζεται σε σειρά μελετών για τον άρτιο σχεδιασμό και κατασκευή τους, όπως:

      Ανάλυση γνωρισμάτων και θεματικού περιεχομένου των περιβαλλοντικών πάρκων του παραποτάμιου δάσους του Νέστου: Περιγράφει την υφιστάμενη κατάσταση των εκτάσεων που έχουν επιλεγεί για τη χωροθέτηση των δύο πάρκων, προσδιορίζει τις ομάδες κοινού στις οποίες στοχεύσει η δημιουργία τους, καθορίζει τους σκοπούς και το θεματικό τους περιεχόμενο και προδιαγράφει τους τρόπους λειτουργίας και διοίκησής τους.

       Μελέτη γενικής χωροταξικής οργάνωσης των περιβαλλοντικών πάρκων, διευθέτησης χωρικών ενοτήτων και διαμόρφωσης των υποδομών ερμηνείας περιβάλλοντος και εξυπηρέτησης επισκεπτών: Περιγράφει αναλυτικά τη χωροταξική οργάνωση των δύο πάρκων, προδιαγράφει την ειδικότερη οργάνωση και τις απαιτούμενες υποδομές σε κάθε επιμέρους χωρική ενότητά τους, ορίζει αναλυτικά τις απαιτούμενες εργασίες και τον τρόπο κατασκευής των πάρκων και των επιμέρους υποδομών τους.

      Μελέτη φυτεύσεων και άρδευσης των περιβαλλοντικών πάρκων: Περιγράφει τα επιλεγμένα είδη και τον τρόπο φύτευσής τους στα δύο πάρκα καθώς τον τρόπο άρδευσης και συντήρησής τους.


      

    • Κέντρα Υποδοχής Επισκεπτών

      Η οργάνωση της λειτουργίας και του εκθεσιακού περιεχομένου των δύο υφιστάμενων Κέντρων Υποδοχής Επισκεπτών αποσκοπεί στη δημιουργία πετυχημένων και οικονομικά βιώσιμων υποδομών που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις και θα σηματοδοτούν σημεία συγκέντρωσης, ενημέρωσης, εκκίνησης και σωστής διάχυσης των επισκεπτών στο παραποτάμιο δάσος, στα περιβαλλοντικά πάρκα και στην ευρύτερη περιοχή του ποταμού.

      Συνοπτικά και εύληπτα κείμενα, πλούσιο φωτογραφικό και εποπτικό υλικό, διαδραστικά εκθέματα και πραγματικά αντικείμενα, αναλαμβάνουν να δομήσουν δύο πετυχημένες, ελκυστικές και οικονομικά βιώσιμες υποδομές που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις προσδοκίες του αναμενόμενου κοινού τους. Τα δύο Κέντρα λειτουργούν συμπληρωματικά, συνδιαλεκτικά και αρμονικά τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα δύο περιβαλλοντικά πάρκα της περιοχής, συνθέτοντας ένα αποτελεσματικό δίκτυο υποδομών, ικανό να εκπαιδεύσει και να ευαισθητοποιήσει την τοπική κοινωνία και τους επισκέπτες της στην ανάγκη αειφορικής χρήσης και ανάπτυξης ενός σπουδαίου κεφαλαίου του εθνικού φυσικού πλούτου. Αποτελούνται από τον κυρίως εκθεσιακό χώρο καθώς και από χώρο προβολών και συναντήσεων. Χωροθετούνται εκατέρωθεν της κοίτης του ποταμού, το ένα κοντά στη Νέα Καρυά και το άλλο κοντά στο Εράσμιο μέσα στο Δασόκτημα.

      Η δημιουργία των δύο Κέντρων Υποδοχής Επισκεπτών βασίζεται σε δύο εξειδικευμένες μελέτες.

      Μουσειολογική μελέτη: Περιγράφει την υφιστάμενη κατάσταση των δύο υποδομών, προσδιορίζει τις ομάδες κοινού στις οποίες στοχεύουν, καθορίζει τους σκοπούς τους, προτείνει τρόπους οργάνωσης και λειτουργίας και προσδιορίζει την κεντρική μουσειολογική ιδέα με βάση την οποία οργανώνεται ο εκθεσιακός χώρος, αναπτύσσονται οι θεματικές του ενότητες και καταγράφει την ιστορία που θα «αφηγείται» η έκθεση στο κοινό της.

      Μουσειογραφική μελέτη: Περιλαμβάνει ανάλυση της μουσειολογικής μελέτης, λεπτομερή σχεδιασμό και περιγραφή των εκθεμάτων και του εξοπλισμού των δύο Κέντρων (δείτε τα εκθέματα και των δυο Κέντρων Υποδοχής Επισκεπτών).