Ο ποταμός Νέστος

Φυσικό όριο ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θράκη, σύνορο των Νομών Καβάλας και Ξάνθης, ο ποταμός Νέστος είναι ένας από τους πέντε μεγαλύτερους ποταμούς της Ελλάδας. Πηγάζει από το όρος Ρίλα της Βουλγαρίας και μετά από μια πορεία 234 χιλιομέτρων, 130 από τα οποία βρίσκονται στο ελληνικό έδαφος, εκβάλλει στο Θρακικό Πέλαγος. Στη μακριά πορεία του δημιουργεί περιβάλλοντα ιδιαίτερου οικολογικού ενδιαφέροντος και ξεχωριστής ομορφιάς, τα οποία στηρίζουν σπάνια φυτά και απειλούμενα με εξαφάνιση ζώα. Το Αισθητικό Δάσος που αναπτύσσεται στα Στενά του, το Μεγάλο Παραποτάμιο Δάσος στο δέλτα του, οι λιμνοθάλασσες, οι μικρές λίμνες, τα υγρολίβαδα, τα έλη και οι θίνες στις εκβολές του, καθιστούν τον Νέστο τεράστιο, φυσικό και αισθητικό, εθνικό κεφάλαιο.

Τα Στενά

Ο Νέστος στην πορεία του από τη Σταυρούπολη ως τους Τοξότες, διασχίζοντας απόκρημνα βράχια, διαβρώνοντας ασβεστολιθικά και ιζηματογενή πετρώματα, σχηματίζοντας μαιάνδρους, δημιουργεί ένα τοπίο εντυπωσιακό. Τα Στενά του εκτείνονται σε 23.800 στρέμματα και έχουν χαρακτηριστεί ως Αισθητικό Δάσος. Στην κοιλάδα του έχουν καταγραφεί περίπου 500 είδη φυτών. Φράξοι, πλατάνια, λευκές λεύκες και εύθραυστες ιτιές, γαύροι, σφενδάμια και κρανιές, κουφοξυλιές, μυρτιές και τόσα άλλα είδη, συνθέτουν έναν τόπο μαγευτικό, στην αγκαλιά του οποίου βρίσκουν καταφύγιο απειλούμενα αρπακτικά, όπως ο χρυσαετός και σπάνια θηλαστικά, όπως η βίδρα.

Το Δέλτα

Το δέλτα του Νέστου, η έκταση δηλαδή ανάμεσα στη γέφυρα των Τοξοτών και το Θρακικό Πέλαγος, όπου ο ποταμός μετέφερε και απέθεσε με τις πλημμύρες φερτές ύλες, επεκτείνοντας έτσι τη στεριά προς τη θάλασσα, έχει τη μορφή βεντάλιας. Την κορυφή της σηματοδοτεί η γέφυρα των Τοξοτών, ενώ η βάση της οριοθετείται από την παράκτια ζώνη απέναντι από τη Θάσο. Η ανατολική πλευρά του δέλτα φθάνει ως τις λιμνοθάλασσες των Αβδήρων και η δυτική ως τις λιμνοθάλασσες της Νέας Καρβάλης. Οι εννέα λιμνοθάλασσες (Βάσσοβας, Ερατεινού, Αγιάσματος, Κοκκάλας, Χαϊδευτού, Κεραμωτής, Γεφυρακίου, Παλιάς Κοίτης του Νέστου, Μοναστηρακίου) που σχηματίζονται στο δυτικό τμήμα του δέλτα περιβάλλονται από εκτεταμένα αλοέλη και συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγωγικότερων ιχθυοτροφείων της χώρας. Το δέλτα, συνολικής έκτασης 550.000 στρεμμάτων, αποτελεί Υγρότοπο Διεθνούς Σημασίας (σύμφωνα με τη Σύμβαση Ραμσάρ), Τόπο Κοινοτικής Σημασίας του Δικτύου NATURA 2000, σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ και Ζώνη Ειδικής Προστασίας, σύμφωνα με την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ.

Τα παραποτάμια δάση

Τα παραποτάμια δάση αποτελούν σπουδαίο τμήμα της φυσικής μας κληρονομιάς. Συγκρατούν τις όχθες από τις καταστροφικές πλημμύρες, φιλτράρουν το νερό των ποταμών από ρύπους, μειώνουν την ταχύτητα του νερού βοηθώντας τον καλύτερο εφοδιασμό των υπόγειων υδροφόρων στρωμάτων, συμβάλλουν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, καθώς στηρίζουν μεγάλο αριθμό φυτών και ζώων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν τοπία ιδιαίτερης αισθητικής αξίας.
Οικοσυστήματα ιδιαίτερα ευαίσθητα σε κάθε εξωτερική, ανθρώπινη κυρίως επέμβαση, τα παραποτάμια δάση απειλούνται. Στην Ευρώπη, έως τα μέσα του 20ου αιώνα υπολογίζεται ότι χάθηκαν τα 2/3 των παραποτάμιων δασών. Με τη διευθέτηση των ποταμών και τα μεγάλα αντιπλημμυρικά και εγγειοβελτιωτικά έργα, αλλά κυρίως με την εκχέρσωση και την απόδοση των εδαφών τους για γεωργική καλλιέργεια, σήμερα έχουν μείνει μόνο λείψανα των άλλοτε μεγαλειωδών δασών, περιορισμένα, συνήθως, σε στενές λωρίδες κατά μήκος των ποταμών. Το μεγαλύτερο παραποτάμιο δάσος της Ελλάδας είναι αυτό του Νέστου.
Τα παραποτάμια δάση με βάση τα είδη δένδρων που μετέχουν στη σύνθεσή τους, διακρίνονται σε «μαλακόξυλα» και «σκληρόξυλα».
Τα δάση με μαλακόξυλα είδη δημιουργούνται από δένδρα με μαλακό ξύλο, όπως είναι η λευκή ιτιά, η εύθραστη ιτιά, η λευκή λεύκη, η μαύρη λεύκη, το σκλήθρο. Εμφανίζονται κατά μήκος της όχθης του ποταμού, όπου το έδαφος είναι ελαφρύ, αμμώδες, φτωχό σε θρεπτικά στοιχεία και κατακλύζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα από το νερό. Στα δάση αυτά αναπτύσσονται πολλά αναρριχόμενα φυτά, τα οποία δημιουργούν στοές και τα κάνουν να μοιάζουν με τα τροπικά.
Πιο μακριά από τις όχθες του ποταμού δημιουργούνται δάση με σκληρόξυλα είδη, όπως είναι η χνοώδης ποδισκοφόρος δρυς, η οξύφυλλη φράξος, η πεδινή και η υψηλή φτελιά. Τα είδη αυτά για να αναπτυχθούν έχουν ανάγκη από πιο βαρύ έδαφος, με περισσότερη ιλύ και άργιλο, που κατακλύζεται για μικρότερα χρονικά διαστήματα με νερό των πλημμυρών, ενώ η υπόγεια στάθμη του νερού είναι αρκετά χαμηλότερη. Τα σκληρόξυλα είδη παράγουν πολύτιμο ξύλο, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην επιπλοποιία. Αναρριχητικά είδη εμφανίζονται και εδώ, αλλά δεν δημιουργούν στοές.

Το Μέγα Δάσος

Γνωστό άλλοτε με την ονομασία «Κοτζά Ορμάν (Μέγα Δάσος)», το παραποτάμιο δάσος του Νέστου αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα υδροχαρή δάση της Μεσογείου. Στις αρχές του περασμένου αιώνα είχε έκταση 120.000 στέμματα και καταλάμβανε σχεδόν το 1/4 της συνολικής έκτασης του δέλτα. Οι διαδοχικές εκχερσώσεις από τη δεκαετία του 1920 και η ευθυγράμμιση της κοίτης του ποταμού τη δεκαετία του 1950 ανακόπτουν τη λειτουργία του δελταϊκού συστήματος και έχουν ως αποτέλεσμα τη δραματική συρρίκνωση του μεγαλοπρεπούς άλλοτε δάσους. Σήμερα, παρά το γεγονός ότι το αρχέγονο παραποτάμιο δάσος του Νέστου περιορίζεται σε μόλις 1.500 στρέμματα, αποσπασματικά σωζόμενα εκατέρωθεν των αναχωμάτων του ποταμού, εξακολουθεί να κατέχει τα πρωτεία, ως το μοναδικό σε έκταση φυσικό παρόχθιο δάσος της Ελλάδας.

Η βλάστηση του παραποτάμιου δάσους

Τα δένδρα και οι θάμνοι που αναπτύσσονται στο παραποτάμιο δάσος του Νέστου συνδυάζονται μεταξύ τους και δημιουργούν τους ακόλουθους τύπους βλάστησης.

  • Αλοφυτική βλάστηση των αμμωδών και παράκτιων λασπωδών περιοχών
  • Μεσογειακά εποχικά έλη
  • Ποταμοί της Μεσογείου με μόνιμη ροή και πυκνή βλάστηση με μορφή παραπετάσματος από ιτιές και λευκή λεύκη
  • Ετήσιες κοινωνίες σε ιλυώδεις όχθες ποταμών της Ευρο-Σιβηρικής
  • Ξηρά ποολίβαδα της ανατολικής Μεσογείου
  • Ποολίβαδα πολυετών ποωδών φυτών και βούρλων
  • Καλαμώνες
  • Αλλουβιακά δάση σκλήθρου
  • Μικτά δάση δρυός, φτελιάς και φράξου
  • Δάση στοές με λευκή ιτιά και λευκή λεύκη
  • Μεσογειακά παρόχθια δάση-στοές με πικροδάφνες

Bλάστηση αμμωδών και παράκτιων λασπωδών περιοχών

Σχηματισμοί μονοετών και πολυετών φυτών (π.χ. αρμυρίθρες, βούρλα) αποικίζουν αμμώδεις και λασπώδεις περιοχές, οι οποίες κατακλύζονται περιοδικά από τη θάλασσα. Στον Νέστο καταλαμβάνουν έκταση 27,5 στρεμμάτων και εμφανίζονται σε «κηλίδες».

Μεσογειακά εποχικά έλη

Αμφίβια νανώδη ελόφυτα αναπτύσσονται σε λασπώδη εδάφη ή σε θέσεις που καλύπτονται περιοδικά με νερό. Τα έλη αυτά είναι σπάνια και στο παραποτάμιο δάσος του Νέστου καταλαμβάνουν πολύ μικρή έκταση (περίπου μισό στρέμμα), σε διάφορα σημεία κατά μήκος της κεντρικής κοίτης.

Παραποτάμια δάση παραπετάσματα με λεύκες-ιτιές

Στις όχθες του ποταμού, από το φράγμα των Τοξοτών ως τις εκβολές, όπου το έδαφος είναι αμμώδες ή αμμοπηλώδες, δημιουργούνται ποολίβαδα, σχηματισμοί βούρλων και πυκνή βλάστηση από ιτιές και λευκές λεύκες με τη μορφή παραπετάσματος. Καταλαμβάνουν έκταση περίπου 6.900 στρέμματα.

Παραποτάμια λιβάδια ετήσιων φυτοκοινωνιών

Ετήσια ποώδη φυτά αναπτύσσονται σε λασπώδες υπόστρωμα, πλούσιο σε άζωτο, που σχηματίστηκε από σχετικά πρόσφατες αποθέσεις του ποταμού. Στον παραποτάμιο δάσος του Νέστου, εμφανίζονται σημειακά σε πολύ μικρή έκταση.

Ξηρά ποολίβαδα της ανατολικής Μεσογείου

Αναπτύσσονται στις αμμονησίδες του ποταμού και σε παλιές κοίτες. Σε αυτά απαντούν ενδημικά είδη και σε υγρές θέσεις που προστατεύονται από την έντονη βόσκηση φιλοξενούνται και ορχεοειδή. Στο παραποτάμιο δάσος του Νέστου καταλαμβάνουν 600 στρέμματα και εντοπίζονται σε νησίδες στο βόρειο τμήμα της κοίτης του ποταμού.

Ποολίβαδα πολυετών ποωδών φυτών και βούρλων

Πρόκειται για υγρά ποολίβαδα που χαρακτηρίζονται από την παρουσία του αγρωστώδους είδους Erianthus ravennae. Το έδαφος στο οποίο αναπτύσσονται έχει δημιουργηθεί από ποτάμιες αποθέσεις και είναι πηλώδες ή αμμοπηλώδες. Στο παραποτάμιο δάσος του Νέστου, καταλαμβάνουν 1.700 στρέμματα και εντοπίζονται κατά μήκος παλαιών, ξερών σήμερα, κοιτών και σε θέσεις με υψηλή αλατότητα.

Καλαμώνες

Καλαμώνες με νεροκάλαμα και ψαθιά αναπτύσσονται σε στάσιμα ή αργής ροής νερά, αλλά και σε πολύ υγρά εδάφη και καταλαμβάνουν 27 στρέμματα.

Αλλουβιακά δάση σκλήθρου

Στην κεντρική κοίτη του ποταμού, μεταξύ των αναχωμάτων, αναπτύσσονται αλλουβιακά δάση σκλήθρου. Είναι ο πιο εκτεταμένος τύπος βλάστησης της περιοχής και καλύπτει έκταση 3.000 στρεμμάτων. Κυρίαρχο είδος είναι το σκλήθρο. Άλλα είδη που απαντούν είναι η λευκή λεύκη, η μαύρη λεύκη και η λευκή ιτιά.

Μικτά δάση δρυός, φτελιάς και φράξου

Μικτά δάση δρυός, φτελιάς και φράξου αποτελούν τον κύριο τύπο βλάστησης του αρχέγονου φυσικού παραποτάμιου δάσους του Νέστου, αυτού που συχνά αποκαλείται «παρθένο» και καταλαμβάνουν 660 στρέμματα. Εμφανίζονται εκτός των αναχωμάτων, στο περιφραγμένο τμήμα του παραποτάμιου δάσους. Αναπτύσσονται σε εδάφη με μικρή υγρασία, τα οποία πλημμυρίζουν σπάνια και είναι τα πιο γόνιμα. Κυρίαρχα είδη είναι η χνοώδης ποδισκοφόρος δρυς, η φτελιά και δύο είδη φράξου, ο κοινός και ο ολότριχος. Άλλα είδη που απαντούν είναι η λευκή λεύκη, η μαύρη λεύκη και το σκλήθρο. Ιδιαίτερο γνώρισμά τους είναι ο μεγάλος πλούτος αναρριχητικών φυτών.

Δάση στοές με λευκή ιτιά και λευκή λεύκη

Δάση στοές με λευκή ιτιά, εύθραυστη ιτιά και λευκή λεύκη αποικίζουν τις αμμώδεις αποθέσεις και τις νησίδες στην κοίτη του ποταμού. Είναι ανθεκτικά στην κατάκλυση του εδάφους από τρεχούμενο νερό. Όπου το έδαφος δεν κατακλύζεται όλο το έτος απαντά και το σκλήθρο. Ιδιαίτερο γνώρισμά τους είναι ο μεγάλος πλούτος αναρριχητικών φυτών. Στον Νέστο καταλαμβάνουν έκταση 4.700 στρεμμάτων.

Μεσογειακά παρόχθια δάση-στοές με πικροδάφνες

Τα δάση αυτά εμφανίζονται συχνά ως συνέχεια της χαμηλής αλοφυτικής βλάστησης προς τη χέρσο. Δεν διαθέτουν μεγάλο πλούτο ειδών, λόγω των δυσμενών εδαφικών συνθηκών (υψηλή στάθμη νερού ή μόνιμη κατάκλυση και υψηλή αλατότητα του εδάφους). Κυρίαρχα είδη είναι το αρμυρίκι, η πικροδάφνη και η λυγαριά. Στον Νέστο καταλαμβάνουν 150 στρέμματα.

 

 

Η πανίδα του παραποτάμιου δάσους

Στο παραποτάμιο δάσος του Νέστου, κατά το παρελθόν, έβρισκαν τροφή και καταφύγιο άγρια ζώα που σήμερα έχουν εξαφανισθεί, όπως ζαρκάδια και ελάφια. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα, παρά τη συρρίκνωσή του, το δάσος εξακολουθεί να αποτελεί καταφύγιο για πολλά είδη ζώων, πολλά από τα οποία είναι σπάνια ή απειλούμενα.


Στα νερά του ποταμού ζουν 21 είδη ψαριών (π.χ. μπριάνα, σύρτης, ποταμοκέφαλος Θράκης, πέστροφα Μακεδονίας, μουρμουρίτσα, μικρόσιρκο, χέλι, πετροχείλι, σίρκο). Κάποια από αυτά είναι προστατευόμενα από την ελληνική ή τη διεθνή νομοθεσία καθώς κινδυνεύουν ή απειλούνται οι πληθυσμοί τους. Δεκατέσσερα είδη είναι αυτόχθονα και 6 είδη (τσιρονάκι, ποταμοκέφαλος, σύρτης, μπριάνα, θρακοβελονίτσα και μικρόσιρκο) είναι ενδημικά της ευρύτερης περιοχής. Από τα υπόλοιπα, 3 είδη έχουν μεταφερθεί από γειτονικούς ποταμούς και 4 είδη (ηλιόψαρο, ψευδορασπόρα, Αμερικάνικη πέστροφα, κουνουποφάγος) είναι ξενικά.
Στις λιμνοθάλασσες και στις εκβολές του ποταμού έχουν καταγραφεί 36 είδη ψαριών. Από αυτά, 10 είδη είναι μόνιμοι κάτοικοι των υφάλμυρων νερών (π.χ. αθερίνα, σακοράφα, ζαχαριάς, μαρμαρογωβιός, πρασινογωβιός, μαυρογωβιός), 17 είναι είδη που μεταναστεύουν από τη θάλασσα και ζουν στις λιμνοθάλασσες (π.χ. κέφαλος, μυξινάρι, χειλονάρι, λαβράκι, τσιπούρα, μουρμούρα, μυτάκι) και τα υπόλοιπα 9 είδη βρέθηκαν τυχαία στην περιοχή.


Τα πουλιά που βρίσκουν στο παραποτάμιο δάσος καταφύγιο, χώρους για να τραφούν και να διαχειμάσουν αγγίζουν τα 150 είδη και τα περισσότερα προστατεύονται από την εθνική, κοινοτική και διεθνή νομοθεσία. Ένας μεγάλος αριθμός περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας, 103 είδη προστατεύονται από τη Σύμβαση της Βέρνης «για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης» και 75 είδη περιλαμβάνονται στην Οδηγία 79/409/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των άγριων πτηνών». Κομψά παρυδάτια πουλιά, όπως ο αργυροτσικνιάς, ο μικροτσικνιάς και η χαλκόκοτα, σπάνια υδρόβια, όπως η λαγγόνα, η χουλιαρομύτα, η νανόχηνα, η βαλτόπαπια και ο μαυροπελαργός, αλλά και απειλούμενα αρπακτικά, όπως ο θαλασσαετός, ο κραυγαετός, η αετογερακίνα, ο βασιλαετός, ο στικταετός και ο ψαραετός αλλά και ο κολχικός φασιανός που φωλιάζει, συνθέτουν έναν μοναδικό φτερωτό κόσμο.


Στο δάσος αφήνουν τα πατήματά τους, τσακάλια, νυφίτσες, ασβοί, κουνάβια και αγριόγατες. Συνολικά, έχουν καταγραφεί 13 είδη μεγάλων θηλαστικών, 6 από τα οποία περιλαμβάνονται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας ως κινδυνεύοντα, ενώ η βίδρα περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και αποτελεί είδος προτεραιότητας.


Ένας μεγάλος, αριθμός αμφίβιων, ερπετών και ασπόνδυλων συνηγορούν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος ξεχωριστής ομορφιάς και αξίας. Κοινά και σπάνια βατράχια (π.χ. μπομπίνα, δενδροβάτραχος, πηλοβάτης, χωματόφρυνος, ευκίνητος βάτραχος, βάτραχος των ρυακιών), τρίτωνες (χτενοτρίτωνας, τελματοτρίτωνας) και σαλαμάνδρες, διάφορα είδη χελωνών (π.χ. μεσογειακή χελώνα, ελληνική χελώνα, βαλτοχελώνα, ποταμοχελώνα), φιδιών (π.χ. λαφιάτης, σαπίτης, ζαμενής, σαΐτα, οχιά, ασινόφιδο, νερόφιδο, ποταμόφιδο) και σαυρών (π.χ. αμμόσαυρα, πρασινόσαυρα, βαλκανόσαυρα, σαμιαμίδι, κυρτοδάχτυλος), σπάνια έντομα, πολύχρωμες πεταλούδες και κολεόπτερα συνθέτουν μια πολυπληθή και πολύβουη κοινωνία, κάθε μέλος της οποίας έχει τον δικό της πολύτιμο και αναντικατάστατο ρόλο.